Ως µελισσοκοµικό φυτό ορίζεται το φυτό που παρέχει τροφή στη µέλισσα. Αυτή η τροφή µπορεί να είναι νέκταρ, µελιτώµατα ή γύρη, ενώ υπάρχουν και φυτά που παρέχουν τόσο νέκταρ όσο και γύρη. Η περίοδος που ένα φυτό δίνει νέκταρ ή γύρη λέγεται περίοδος µελιτοφορίας, ή απλά µελιτοφορία. Όταν, λοιπόν, αναφερόµαστε στη µελιτοφορία του θυµαριού, εννοούµε την περίοδο που αυτό δίνει νέκταρ ή / και γύρη, ενώ αν αναφερόµαστε στη µελιτοφορία φυτών που δίνουν µελιτώµατα (π.χ. πεύκο), µελιτοφορία καλείται η περίοδος που το µελίτωµα είναι διαθέσιµο στις µέλισσες.

Από τα χιλιάδες µελισσοκοµικά φυτά που υπάρχουν, κάποια είναι πιο σηµαντικά από άλλα. Τα κριτήρια µε τα οποία ένα µελισσοκοµικό φυτό χαρακτηρίζεται ως καλό ή κακό, µε διάφορες ενδιάµεσες διαβαθµίσεις, είναι διαφορετικά για τη µέλισσα και το µελισσοκόµο.

Οι µέλισσες επιλέγουν τα φυτά που επισκέπτονται µε κριτήρια καθαρά διατροφικά. Προτιµούν φυτά που δίνουν νέκταρ µε υψηλή περιεκτικότητα σε σάκχαρα και γύρη µε υψηλό πρωτεϊνικό περιεχόµενο. Επίσης, αποφεύγουν κάποια φυτά λόγω της ιδιόµορφης κατασκευής των ανθέων τους, η οποία καθιστά δύσκολη της συλλογή του νέκταρος (π.χ. µηδική).

Από την πλευρά του, ο παραγωγός θεωρεί καλά µελισσοκοµικά φυτά αυτά που θα του φέρουν µεγαλύτερο κέρδος. Έτσι, το θυµάρι θεωρείται πολύ καλό µελισσοκοµικό φυτό επειδή το παραγόµενο µέλι έχει υψηλή τιµή. Επίσης, η παραγωγή µελιού που µπορεί να δώσει µια συγκεκριµένη καλλιέργεια είναι σηµαντική και σχετίζεται µε την ποσότητα του νέκταρος ή µελιτώµατος που δίνει το φυτό. Τέλος, η περίοδος άνθησης και το αν γίνονται ψεκασµοί κατά την άνθηση αποτελούν δύο ακόµα σηµαντικά κριτήρια. Πρέπει να πούµε όµως ότι καλά µελισσοκοµικά φυτά και για το µελισσοκόµο είναι αυτά που προτιµούν και οι µέλισσες, καθώς αυτά διατηρούν τα µελίσσια του υγιή και δυνατά, αποφέροντάς του µεγαλύτερη παραγωγή µελιού.

Στη συνέχεια θα αναφερθούν µε αλφαβητική σειρά τα σηµαντικότερα µελισσοκοµικά φυτά της χώρας µας, κάνοντας αναφορά στην περίοδο άνθησης, τη γεωγραφική κατανοµή στον ελλαδικό χώρο και κάποια επιµέρους στοιχεία σχετικά µε τη σηµαντικότητά τους. Επίσης, στον πίνακα 4 δίνεται η συστηµατική ταξινόµηση των φυτών αυτών, όπως επίσης εναλλακτικές κοινές ονοµασίες, όπου υπάρχουν.

Αγριοράδικο

Πολυετής πόα, που αυτοφύεται σε όλη τη χώρα. Ανθίζει το Μάιο και δίνει νέκταρ για 2 περίπου βδοµάδες. Η περίοδος µελιτοφορίας επιµηκύνεται από ζεστές ηµέρες. ∆ίνει νέκταρ και γύρη.

 

Ακακία

Φυλλοβόλο δέντρο, που φύεται σε όλη τη χώρα. Ανθίζει τον Απρίλιο, µε κάθε άνθος να ‘ζει’ 5-6 µέρες. ∆ίνει άφθονο νέκταρ (2 mg/άνθος), πολύ πλούσιο σε σάκχαρα (33-67%). Έχει υπολογιστεί ότι κάθε εκτάριο µε ακακίες µπορεί να δώσει παραγωγή 500 Κg µελιού. Το παραγόµενο µέλι είναι πολύ γλυκό, ανοιχτόχρωµο, µε απαλό άρωµα.

 

Αµυγδαλιά

Φυλλοβόλο δέντρο, που καλλιεργείται σε όλη τη χώρα.
Ανθίζει από τον Ιανουάριο ως το Μάρτιο, ανάλογα µε την ποικιλία. Η γύρη της είναι πολύ θρεπτική, ενώ το νέκταρ µερικώς πλούσιο σε σάκχαρα (20-40%). Είναι πάρα πολύ σηµαντικό µελισσοκοµικό φυτό, παρέχοντας γύρη και νέκταρ στο ξεκίνηµα της ανάπτυξης του µελισσιού, όταν έχει λίγο πληθυσµό και παράγει πολύ γόνο. Τα µελίσσια θα πρέπει να
αποµακρυνθούν αµέσως µετά το τέλος της άνθισης επειδή ξεκινούν οι ψεκασµοί µε εντοµοκτόνα.

Αρκουδόβατο

Αναρριχώµενο φυτό, που απαντάται στα πευκοδάση. ∆ίνει άφθονο νέκταρ και γύρη από τον Αύγουστο ως το Σεπτέµβριο, µε την ανθοφορία του να ευνοείται από βροχές. Είναι πολύ σηµαντικό µελισσοκοµικό φυτό γιατί βοηθάει τα µελίσσια που βρίσκονται στα πεύκα να ανανεώσουν τον πληθυσµό τους λόγω της γύρης που παρέχει. Έτσι, τα µελίσσια εκµεταλλεύονται καλύτερα τη µελιτοφορία του πεύκου, ενώ ξεχειµωνιάζουν µε ανανεωµένο πληθυσµό.

 

Βαµβάκι

Ετήσιο φυτό, που καλλιεργείται σε Μακεδονία, Θεσσαλία και Στερεά Ελλάδα. Ανθίζει κατά τα µέσα Ιουλίου και η ανθοφορία διαρκεί έως και το Σεπτέµβρη, παρέχοντας µεγάλες ποσότητες νέκταρος. Το βαµβάκι έχει και εξωανθικά νεκτάρια, τα οποία δίνουν επίσης νέκταρ. Συχνά, όµως, οι µελισσοκόµοι αποφεύγουν τις καλλιέρεγειες βαµβακιού, καθώς γίνονται πολλοί ψεκασµοί µε εντοµοκτόνα κατά την άνθιση, µε µεγάλες απώλειες µελισσών. Ένα δεύτερο πρόβληµα που έχει ανακύψει τα τελευταία χρόνια είναι η καλλιέργεια υβριδίων βαµβακιού µε µικρή ή και καθόλου νεκταροέκκριση.
Το µέλι που παράγεται είναι ανοιχτόχρωµο, πολύ γλυκό, ευχάριστο στη γεύση, ενώ κρυσταλλώνει πολύ γρήγορα. Έχει την υψηλότερη αντιβακτηρική δράση από όλα τα ελληνικά µέλια, λόγω της αυξηµένης περιεκτικότητας σε Η2Ο2. Το 10-20% της ετήσιας παραγωγής στη χώρα µας είναι µέλι από βαµβάκι.

 

Βερικοκιά

Φυλλοβόλος θάµνος, που καλλιεργείται κυρίως σε Αργολίδα, Κορινθία και Χαλκιδική. Ανθίζει νωρίς την άνοιξη, ακόµα και στα µέσα του Φλεβάρη, ανάλογα µε την ποικιλία. Το ενδιαφέρον των µελισσοκόµων αφορά στις πιο πρώιµες ποικιλίες, που ανθίζουν από τα µέσα Φλεβάρη ως τα µέσα Μάρτη. Παρέχει άφθονη και θρεπτική γύρη, όπως η αµυγδαλιά, υπερτερεί όµως αυτής σε νέκταρ. Αν και είναι πολύ καλό µελισσοκοµικό φυτό, ενέχει κινδύνους απώλειας µελισσών λόγω ψεκασµών µε εντοµοκτόνα.

 

∆ενδρολίβανο

Αειθαλής θάµνος, που βρίσκεται σε όλη τη χώρα. Ανθίζει σχεδόν όλο το χρόνο, έχοντας δύο µέγιστα αριθµού ανθέων Απρίλιο και Νοέµβριο. ∆ίνει γύρη και νέκταρ, ενώ αποδίδει 20-40 Κg µελιού ανά στρέµµα. Είναι σηµαντικό µελισσοκοµικό φυτό, καθώς παρέχει γύρη σε περιόδους που οι µέλισσες την έχουν ανάγκη και αυτή δεν υπάρχει σε αφθονία. Ένα άλλο πλεονέκτηµα του δενδρολίβανου είναι η µεγάλη του ανθεκτικότητα στις καιρικές συνθήκες.

 

Έλατο

∆ένδρο, που φύεται σε όλη τη χώρα, σε υψόµετρο 800-1500 m.
Τον Μάιο και τον Ιούνιο δίνει άφθονο µελίτωµα, καθώς προσβάλλεται από διάφορα είδη εντόµων (Γούναρη και συνεργάτες, 2004), µε κυριότερο το Physokermes hemicryphus (εικόνα 40). Η έκκριση του µελιτώµατος ευνοείται από υψηλές θερµοκρασίες και σχετική ξηρασία. Το µέλι είναι εξαιρετικής ποιότητας και φτάνει περίπου στο 5% της ετήσιας
ελληνικής παραγωγής.

 

Ερείκη

Στη χώρα µας φύονται δύο είδη, τα οποία ανθίζουν διαφορετική εποχή. Έτσι, η φθινοπωρινή ερείκη (εικόνα 41) ανθίζει κυρίως Οκτώβρη και Νοέµβρη (ανάλογα την περιοχή), ενώ η ανοιξιάτικη ερείκη (εικόνα 42) ανθίζει το Μάρτιο. Μείζονος σηµασίας για την ελληνική µελισσοκοµία είναι η φθινοπωρινή ερείκη, τόσο για την άφθονη και θρεπτική τροφή (γύρη και νέκταρ), όσο και για το κρίσιµο της περιόδου άνθισης. Αυτή την περίοδο, οι περισσότεροι µελισσοκόµοι παίρνουν τα µελίσσια τους από το πεύκο, όπου κυριολεκτικά αποδεκατίζονται, καθώς η συλλογή µελιτωµάτων είναι εντατική, ενώ ο γόνος δεν ανανεώνεται. Αν η µελιτοφορία της ερείκης είναι καλή, οι µέλισσες θα ανανεώσουν τον πληθυσµό τους, θα συλλέξουν µέλι και θα περάσουν εύκολα το χειµώνα. Τις περισσότερες φορές, ο µελισσοκόµος παίρνει και παραγωγή µελιού, το οποίο είναι σκουρόχρωµο, µε έντονο άρωµα και υψηλή θρεπτική αξία. Γι’ αυτόν τον λόγο, το µέλι ερείκης διατίθεται στα καταστήµατα υγιεινής διατροφής. Πολύ σηµαντικό µειονέκτηµα της ερείκης είναι η διακύµανση της µελιτοφορίας από χρονιά σε χρονιά, γεγονός που µπορεί να αποβεί µοιραίο για τον µελισσοκόµο σε περιόδους φτωχής µελιτοφορίας.

 

Εσπεριδοειδή

Τα εσπεριδοειδή καλλιεργούνται κυρίως στην Πελοπόννησο, την Ήπειρο, την Κρήτη και τα νησιά. Από τα εσπεριδοειδή, σε µεγαλύτερη έκταση καλλιεργείται η πορτοκαλιά, η οποία ανθίζει Μάρτιο-Απρίλη (ανάλογα µε την καλλιεργούµενη ποικιλία). Η ανθοφορία διαρκεί περίπου τρεις βδοµάδες, δίνοντας άφθονο νέκταρ και θρεπτική γύρη. Περίπου το 10% της ελληνικής παραγωγής είναι µέλι πορτοκαλιάς. Η περίοδος άνθισης της πορτοκαλιάς συµπίπτει µε την περίοδο ανάπτυξης του µελισσιού, γι’αυτό πρέπει να εφαρµοστούν µελισσοκοµικές τεχνικές ώστε τα µελίσσια να είναι έτοιµα όταν ανθίσει η πορτοκαλιά και έτσι να πάρει ο παραγωγός ικανοποιητική ποσότητα µελιού.
Προσοχή θα πρέπει να δοθεί στους ψεκασµούς, πρόβληµα που υφίσταται σε όλες τις µελιτοφορίες καλλιεργούµενων οπωροφόρων.

 

Ευκάλυπτος

Αειθαλές δένδρο, που φύεται σε όλη τη χώρα. Ανθίζει από Ιούνιο έως Αύγουστο, ανάλογα µε την περιοχή, δίνοντας νέκταρ µε υψηλή συγκέντρωση σακχάρων, καθώς και άφθονη γύρη. Το µέλι είναι ανοιχτόχρωµο, µε ευχάριστο άρωµα, το οποίο κρυσταλλώνει σχετικά γρήγορα.

 

Ηλίανθος

Ετήσιο φυτό, που καλλιεργείται κυρίως στη Β. Ελλάδα. Ανθίζει από Ιούνιο ως Αύγουστο, δίνοντας άφθονο νέκταρ για περισσότερες από 20 µέρες. Η τιµή του µελιού είναι αποθαρρυντική για τους µελισσοκόµους, καθώς επίσης και η διακύµανση της παραγωγής από χρονιά σε χρονιά. Επίσης, ο πληθυσµός των µελισσών φθείρεται γρήγορα εξαιτίας της έκκρισης κόµεος από τα άνθη του ηλίανθου. Για τους λόγους αυτούς, πολλοί µελισσοκόµοι αποφεύγουν τη µελιτοφορία του φυτού αυτού.

 

Θρούµπι

Πολυετής θάµνος, που φύεται κυρίως στην Κρήτη. Ανθίζει µέσα Μαΐου ως µέσα Ιουνίου, δίνοντας νέκταρ και γύρη υψηλής θρεπτικής αξίας. Η µελιτοφορία επηρεάζεται αρνητικά από ξηροθερµικές συνθήκες. Η περίοδος άνθισης είναι πάρα πολύ κρίσιµη για τη µελισσοκοµία της Κρήτης, καθώς καλύπτει το κενό του Μαΐου, προετοιµάζοντας τα µελίσσια για τη µελιτοφορία του θυµαριού που ακολουθεί. Αν και παράγεται σε πολύ µικρές ποσότητες, το µέλι από θρούµπι είναι εφάµιλλο του θυµαρίσιου.

 

Θυµάρι

Πολυετής θάµνος, που φύεται σε όλη τη χώρα. Σύµφωνα µε τους Greuter και συνεργάτες (1986), στη χώρα µας φύονται 23 είδη θυµαριού, µε το Corydothymus capitatus να είναι το πιο κοινό. Ανθίζει από τέλη Μαΐου ως µέσα Ιουνίου, ανάλογα µε το είδος και την περιοχή. Η ανθοφορία του θυµαριού µπορεί να είναι ως και 40 µέρες και εξαρτάται από τα καιρικές συνθήκες πριν την άνθηση (κυρίως Απρίλιο), µε την υγρασία και τις βροχές να είναι ευνοϊκές. Το παραγόµενο µέλι είναι αρίστης ποιότητας, µε υψηλή τιµή και διεθνή αποδοχή. Περίπου το 10% της ελληνικής παραγωγής µελιού είναι θυµαρίσιο.

 

Καστανιά

∆ένδρο, που φύεται στα ορεινά όλης της χώρας. Ανθίζει τον Ιούνιο, δίνοντας άφθονο νέκταρ, αλλά κυρίως θρεπτική γύρη. Είναι πολύ σηµαντικό φυτό για αυτούς τους µελισσοκόµους που µεταφέρουν τα µελίσσια τους στην καλοκαιρινή µελιτοφορία του πεύκου, γιατί µε το πέρασµα από την καστανιά τα µελίσσια ανανεώνουν τον πληθυσµό τους και αποθηκεύουν τροφές.
Το µέλι καστανιάς είναι σκουρόχρωµο, µε έντονο βαρύ άρωµα και πικρή γεύση. Είναι πάρα πολύ θρεπτικό τόσο για τις µέλισσες, όσο και για τον άνθρωπο. Όπως και το µέλι ερείκης, έτσι και αυτό της καστανιάς διατίθεται σε καταστήµατα υγιεινής διατροφής. Από πειράµατα σε διάφορα είδη µελιών στη χώρα µας, η καστανιά βρέθηκε να έχει την υψηλότερη αντιοξειδωτική δράση.

 

Κερασιά

Φυλλοβόλο δένδρο, που καλλιεργείται σε όλη σχεδόν τη χώρα, ενώ χρησιµοποιείται και ως καλλωπιστικό. Ανθίζει τον Απρίλιο, δίνοντας άφθονο νέκταρ (περίπου 2 mg/άνθος) και πλούσιο σε σάκχαρα (20-60% ανάλογα την ποικιλία).

 

Κουµαριά

Αειθαλής θάµνος, που φύεται σε όλη τη χώρα. Η άνθηση αρχίζει στα µέσα του Νοέµβρη και συνεχίζεται όλο το ∆εκέµβρη. Είναι σηµαντικό φυτό γιατί δυναµώνει τα µελίσσια πριν το χειµώνα, ώστε αυτά να αντεπεξέλθουν τις δυσµενείς συνθήκες. Ενέχει όµως κινδύνους, καθώς, λόγω του ότι ανθίζει αργά, οι µέλισσες µπορεί να µην προλάβουν να ωριµάσουν το µέλι και αυτό να ξινίσει, προκαλώντας προβλήµατα δυσεντερίας.
Το µέλι που παράγεται, αν και είναι πολύ θρεπτικό, έχει πικρή γεύση και κάπως δυσάρεστο άρωµα, και στη χώρα µας δεν προτιµάται. Όµως, στη Σαρδηνία (προφανώς λόγω καλύτερου µάρκετινγκ), το µέλι κουµαριάς έχει τιµή 6 φορές πάνω από τα υπόλοιπα µέλια του νησιού, ακριβώς λόγω αυτών των οργανοληπτικών χαρακτηριστικών του (Bianchi και συνεργάτες, 2005).

 

Λεβάντα

Πολυετής θάµνος, που ευδοκιµεί σε δροσερές, ηµιορεινές περιοχές ολόκληρης της χώρας. Ανθίζει Μάιο-Ιούνιο, δίνοντας µέλι µε εξαιρετικό άρωµα και γεύση σε µεγάλες ποσότητες, µέχρι 250 Kg/στρ. Σε περιοχές που καλλιεργείται η λεβάντα, το όφελος είναι αµοιβαίο, καθώς η παρουσία των µελισσών αυξάνει την παράγωγή αιθέριου ελαίου κατά 20%.

 

Μηλιά

Φυλλοβόλο δένδρο, που καλλιεργείται σε δροσερές και ηµιορεινές περιοχές. Ανθίζει Απρίλιο-Μάιο, δίνοντας νέκταρ πλούσιο σε σάκχαρα (25-55%).

 

Μουσµουλιά

∆ένδρο που καλλιεργείται ή χρησιµοποιείται σαν καλλωπιστικό σε ολόκληρη τη χώρα. Ανθίζει τους χειµερινούς µήνες, από Νοέµβριο ως ∆εκέµβριο, και είναι από τα λίγα ανθισµένα φυτά εκείνη την περίοδο. Βοηθά έτσι σηµαντικά τις µέλισσες στο ξεκίνηµά τους, κυρίως µε την άφθονη γύρη που παρέχει.

 

Οξαλίδα

Ετήσια πόα, που αυτοφύεται σε όλη τη χώρα. Ανθίζει στα µέσα του χειµώνα, παρέχοντας γύρη και νέκταρ στα µελίσσια, τα οποία βοηθάει να αναπτυχθούν γρήγορα.

 

Παλιούρι

Φυλλοβόλος θάµνος, αυτοφυής κυρίως στη Β. Ελλάδα. Ανθίζει Μάιο-Ιούνιο, δίνοντας άφθονο νέκταρ και γύρη εξαιρετικής ποιότητας. Η ανθοφορία του παλιουριού θεωρείται από πολλούς µελισσοκόµους εφάµιλλη αυτής της ερείκης και της καστανιάς. Μειονέκτηµα της µελιτοφορίας του φυτού αυτού είναι η ευαισθησία του στις καιρικές συνθήκες.

 

Πεύκο

Πρόκειται για το σηµαντικότερο µελισσοκοµικό φυτό της χώρας µας, καθώς
δίνει το 65% της ετήσιας παραγωγής. Σε όλη τη χώρα συναντάµε κυρίως την Χαλέπειο πεύκη (εικόνα 56), αν και στη Θάσο βρίσκουµε την Τραχεία πεύκη (εικόνα 57). Το µέλι παράγεται από µελιτώµατα (εικόνα 58) που συλλέγουν οι µέλισσες από το παράσιτο Marchalina hellenica (εικόνα 58). Υπάρχουν και άλλα έντοµα, τις εκκρίσεις των οποίων συλλέγουν οι µέλισσες. Γενικά, τα πεύκα δίνουν µελίτωµα 3 περιόδους κάθε χρόνο: α) 1/3-15/4 (έντονη µελιτοέκκριση), β) 15/6-30/8 (περιορισµένη µελιτοέκκριση), γ) 15/9-30/10 (έντονη και σταθερή µελιτοέκκριση). Από αυτές τις µελιτοφορίες, οι µελισσοκόµοι εκµεταλλεύονται κυρίως αυτή του φθινοπώρου, και δευτερευόντως την ανοιξιάτικη.
Το παραγόµενο µέλι είναι εύγευστο, χρώµατος ανοιχτού καφέ, µε χαµηλή συγκέντρωση φρουκτόζης, κάτι που το κάνει ελαφρύ στη γεύση. Είναι πολύ πλούσιο σε µεταλλικά στοιχεία και ιχνοστοιχεία, ενώ έχει υψηλή αντιοξειδωτική δράση. Πρόκειται, λοιπόν, για µέλι µε υψηλή θρεπτική αξία. Να πούµε, τέλος, ότι το ανοιξιάτικο µέλι διαφέρει από το φθινοπωρινό, όντας πιο ανοιχτόχρωµο και διαφορετικό στη γεύση.
Η µελιτοφορία του πεύκου παρουσιάζει σηµαντικά πλεονεκτήµατα, καθώς επίσης και µειονεκτήµατα. Τα πλεονεκτήµατα είναι: α) µεγάλη σταθερότητα από χρονιά σε χρονιά, β) µεγάλη µελισσοχωρητικότητα, εννοώντας ότι µπορούν αν συνυπάρξουν πολλά µελίσσια σε συγκεκριµένο χώρο, γ) ασφάλεια από ψεκασµούς, καθώς τα πευκοδάση δεν ψεκάζονται, δ)
µεγάλες αποδόσεις, καθώς εκτιµάται ότι µπορούν να παραχθούν πάνω από 500 Κg µέλι ανά στρέµµα. Από την άλλη, µειονεκτήµατα είναι: α) κίνδυνος µετάδοσης εχθρών και ασθενειών από την παραπλάνηση, λόγω του µεγάλου συνωστισµού, β) προβλήµατα στο ξεχειµώνιασµα, επειδή δεν ανανεώνεται ο πληθυσµός των µελισσών. Η γύρη των πεύκων δε συλλέγεται από τις µέλισσες λόγω της χαµηλής περιεκτικότητας σε πρωτεΐνη, µε αποτέλεσµα τα µελίσσια να εισέρχονται στο χειµώνα µε γηρασµένες και καταπονηµένες µέλισσες. Σανίδα σωτηρίας αποτελεί η ανθοφορία της ερείκης, αλλά και του αρκουδόβατου, φυτά που παρέχουν την απαραίτητη γύρη.

 

Πολυκόµπι

Ετήσιο ζιζάνιο, αυτοφυές σε όλη την Ηπειρωτική χώρα. Απαντάται πολύ συχνά σε σιτοβολώνες, µε την ανάπτυξή του να αρχίζει µε το θερισµό. ∆ίνει γύρη και νέκταρ στις µέλισσες, κυρίως κατά τους µήνες Ιούλιο και Αύγουστο. Την περίοδο αυτή οι ανάγκες είναι σηµαντικές, ελλείψει άλλων ανθισµένων φυτών. Συµπληρωµατικά, δίνει γύρη το φθινόπωρο, βοηθώντας τις µέλισσες να εκθρέψουν γόνο για το χειµώνα.
Το µέλι από πολυκόµπι είναι σκούρου χρώµατος, µε έντονη µυρωδιά, πλούσιο σε ένζυµα και µεταλλικά στοιχεία. Παρά τη χαµηλή τιµή του, είναι από τα πιο θρεπτικά µέλια.

 

Τσάι του βουνού

Πολυετής πόα, που αυτοφύεται σε υψόµετρο πάνω από 800 m. ∆ίνει νέκταρ αρωµατικό, µε αποτέλεσµα το µέλι που παράγεται να είναι από τα καλύτερα της Ελλάδας. Όµως, είναι τοπικής σηµασίας, λόγω των µικρών ποσοτήτων που παράγονται.

 

Φακελωτή

Ετήσιο φυτό, που ανθίζει τους καλοκαιρινούς µήνες. ∆ίνει νέκταρ άφθονο και πλούσιο σε σάκχαρα (ως και 53%), ενώ δίνει και γύρη. Η άνθηση διαρκεί 4-6 βδοµάδες. Πρόκειται για φυτό που προσαρµόζεται εύκολα στις συνθήκες της χώρας µας και, αν σπαρεί τον Απρίλιο, δίνει οµοιόµορφη και πλούσια ανθοφορία (Μακρή και συνεργάτες, 1991, Θρασυβούλου και συνεργάτες, 1993). Θα µπορούσε να καλλιεργηθεί σαν µελισσοκοµικό φυτό, καλύπτοντας τις ανάγκες των µελισσών κατά τη δύσκολο περίοδο του καλοκαιριού

 

Φλαµουριά

Φυλλοβόλο δένδρο, που απαντάται κυρίως στα δάση της βορειοηπειρωτικής Ελλάδας. Ανθίζει τον Ιούνιο, δίνοντας άφθονο νέκταρ και το παραγόµενο µέλι είναι ανοιχτόχρωµο, µε εξαιρετική και ευχάριστη γεύση.

 

Χαρουπιά

Αειθαλές δένδρο, που φύεται σε παραθαλάσσιες περιοχές, κυρίως στα κεντρικά και νότια της χώρας. Ανθίζει το Σεπτέµβριο, δίνοντας άφθονο νέκταρ και γύρη. Μελίσσια που εκµεταλλεύονται τη χαρουπιά, ανανεώνουν τον πληθυσµό τους και έτσι εκµεταλλεύονται καλύτερα τις φθινοπωρινές ανθοφορίες, κυρίως δε αυτή του πεύκου. Ιδιαίτερα στην Κρήτη, η χαρουπιά ουσιαστικά σώζει τα µελίσσια, τα οποία συνήθως εξαντλούνται στη µελιτοφορία του θυµαριού, αλλά και λόγω της καλοκαιρινής ξηρασίας.

 

Πηγή: gaiapedia.gr