Στoν Ερύμανθο φύονται πάνω από 970 είδη φυτών, σημαντικός αριθμός των οποίων προστατεύονται από την ελληνική και τη διεθνή νομοθεσία. Ανάμεσα σε αυτά υπάρχουν 90 ελληνικά ενδημικά είδη, από τα οποία τα 47 είναι ενδημικά της Νότιας Ελλάδας και τα 13 ενδημικά της Πελοποννήσου.

Τα είδη Malosorbus florentina, Ophrys argolica, Peucedanum achaicum και Seseli aroanicum, περιλαμβάνονται στο Κόκκινο Βιβλίο της ελληνικής χλωρίδας.

Μέχρι τα 700 – 800 μέτρα, και ιδιαίτερα στα πιο υποβαθμισμένα δυτικά διαμερίσματα, κυριαρχούν θαμνώνες και δάση με την κυριαρχία αείφυλλων – σκληρόφυλλων ειδών και ιδιαίτερα των Quercus coccifera (πουρνάρι), και Phillyreα latifolia (φιλίκι). Τα Arbutus unedo (κουμαριά) και Erica arborea (ρείκι) έχουν επίσης καλή ανάπτυξη επάνω σε φλύσχη. Τοπικά ανευρίσκονται και υπολείμματα των αρχαίων δασών με την κυριαρχία της Quercus ilex (αριά, επάνω σε φλύσχη) Laurusnobilis (δάφνη, επάνω σε ασβεστόλιθο) και Quercus pubescens (χνοώδης δρυς, σε ποικιλία πετρωμάτων). Μεταξύ 400 – 600 μέτρων, επάνω σε φλύσχη, αναπτύσσονται επίσης και δάση με Pinus halepensis (χαλέπιος πεύκη).

Στις διαπλάσεις των σκληρόφυλλων θαμνώνων υπεισέρχονται συχνά και τα φυλλοβόλα είδη Carpinus orientalis (γαύρος) και Fraxinus orientalis (μελιός). Στα ανατολικά διαμερίσματα του όρους η δασική βλάστηση έχει υποστεί ηπιότερες ανθρώπινες επιδράσεις και διατηρείται γενικά σε καλύτερη κατάσταση. Εκεί, μέχρι τα 1000 – 1200 μέτρα αναπτύσσονται δάση φυλλοβόλλων με Quercus frainetto (πλατύφυλλη δρυς) και Castanea sativa (καστανιά), καθώς και υποβαθμίσεις αυτών με Carpinus orientalis (γαύρος), Fraxinus orientalis (μελιός), Acer monspessulanum (σφενδάμι), Ostrya carpinifolia (όστρυα), Cornus mas (κρανιά) κ.α. φυλλοβόλα είδη, μαζί με Quercus coccifera (πουρνάρι). Τα παρόχθια δάση της περιοχής αντιπροσωπεύονται από υποβαθμισμένες, κατά κύριο λόγο, συστάδες με Platanus orientalis (πλατάνι). Στην κοιλάδα του ποταμού Τεθρέα, αναπτύσσονται και μίξεις πλατάνου με είδη ιτιάς (Salix eleagnos, S. alba κλπ.). Τα δάση της ελάτης (Abies cephalonica) καλύπτουν τη μεγαλύτερη έκταση του όρους, μεταξύ των 800 – 1500 μέτρων. Η χλωριδική τους σύνθεση ποικίλλει κατά πολύ ανάλογα με το υψόμετρο, το γεωλογικό υπόστρωμα και την έκθεση. Η σημασία τους είναι ιδιαίτερη, αφού επηρεάζουν το μικροκλίμα της περιοχής, συγκρατούν την επιφανειακή απορροή των νερών της βροχής, προσφέρουν καταφύγιο σε μεγάλο αριθμό ζώων κ.α. Τα φρύγανα με ασφάκα (Phlomis fruticosa) είναι πολύ διαδεδομένα επάνω στον ασβεστόλιθο και προέρχονται από την υποβάθμιση των δασών με ελάτη και φυλλοβόλες δρυς.

Σε υψόμετρο μεγαλύτερο των 1500 μέτρων αναπτύσσονται τα ανωδασικά λιβάδια, η σύνθεση των οποίων ποικίλλει σε μεγάλο βαθμό ανάλογα με το υψόμετρο, την κλίση και την κάλυψη σε γυμνό πέτρωμα. Στον κύριο όγκο του όρους (Ωλενός, Μπάρμπα, Προφήτης Ηλίας και Νεραïδοβούνι) επικρατούν γενικά οι κοινότητες με Astragalus creticus subsp. rumelicus ή με Festuca cyllenica, ενώ στο Καλλιφώνι και τις Τρεις Γυναίκες επικρατούν οι κοινότητες με Stipa pennata.

Δύο τύποι οικοτόπων ανωδασικών λιβαδιών, με ιδιαίτερη αξία είναι τα «ξυρισμένα» ποολίβαδα και οι θαμνώνες με δυσοσμότατη άρκευθο (Juniperus foetidissima), οι οποίοι είναι οικότοποι προτεραιότητας της οδηγίας 92/43 της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα πρώτα αναπτύσσονται κυρίως στα οροπέδια του Ωλενού και το μικρότερο του Καλλιφωνίου, αλλά και γενικότερα σε θέσεις με ήπιες κλίσεις (0 – 30Α) και βαθύ έδαφος. Τα είδη Plantagoatrata subsp. graeca και P. holosteum κυριαρχούν ισχυρά, μαζί με τα Alopecurus gerardii, Edraianthus parnassicus και Crocus sieberi (κρόκος). Οι θαμνώνες με δυσοσμότατη άρκευθο αναπτύσσονται μεταξύ 1350 – 1700 μέτρων, σε αραιές συστάδες, πάνω από τα όρια των δασών της ελάτης, σε συμπαγή ασβεστόλιθο και αβαθή εδάφη. Ο Juniperus foetidissima πρέπει να σχημάτιζε, κατά το παρελθόν, εκτεταμένες κοινότητες, σε υψόμετρα μεγαλύτερα των 1600 μέτρων, με τη φυσιογνωμία ενός αραιού – χαμηλού δάσους.

Τα ανωδασικά λιβάδια φιλοξενούν έναν πολύ μεγάλο αριθμό σημαντικών ειδών χλωρίδας. Διαχειρίζονται παραδοσιακά ως βοσκότοποι, μπορούν όμως να δέχονται μέχρι ενός ορισμένου αριθμού ζώων, προκειμένου να μην υποβαθμίζονται.

Ένας άλλος τύπος βλάστησης που επίσης φιλοξενεί μεγάλο αριθμό σημαντικών ειδών χλωρίδας είναι αυτός που αναπτύσσεται επάνω σε απόκρημνους βράχους. Στον Ερύμανθο αναπτύσσονται αρκετοί τύποι χασμοφυτικών κοινοτήτων, ιδιαίτερα στις δυτικές πλαγιές, γεγονός που οφείλεται στον απόκρημνο χαρακτήρα του. Η χλωριδική σύνθεση των χασμοφυτικών κοινοτήτων μεταβάλλεται ανάλογα με το υψόμετρο και τη σκίαση των βράχων. Σημαντικά είδη όπως το Peucedanum achaicum, Seseli aroanicum, Aurinia moreana κ.α. αναπτύσσονται επάνω στους απόκρημνους βράχους.

Το ορεινό σύμπλεγμα του Ερυμάνθου, άγριο και αφιλόξενο στα δυτικά και πιο ήπιο και δασωμένο στα ανατολικά του, φιλοξενεί ένα μεγάλο πλούτο φυσικού περιβάλλοντος, που τώρα αρχίζει να γίνεται γνωστός. Έτσι π.χ. εντελώς πρόσφατα, ανακαλύφθηκαν ίχνη βίδρας σε παραποτάμια θέση του όρους. Η τεράστια αυτή κληρονομιά της περιοχής αξίζει την προσοχή και το σεβασμό όλων μας.

Πηγή: melissokomianet.gr via ΣΕΟ Πάτρας “Ωλενός”, Συγγραφέας: Γιώργος Μαρούλης