Το Ελληνικό τσάι του βουνού είναι πολυετές φυτό, ανήκει στην οικογένεια χειλανθών (Lamiaceae) και στο γένος Sideritis. Αυτοφύεται σχεδόν αποκλειστικά στις ορεινές περιοχές της Ελλάδας και περιλαµβάνει τα είδη: Sideritis athoa Pap. Kokkini., Sideritis clandestina Chaub & Bory., Sideritis scardica Gήseb., Sideritis raeseri Boiss & Heldr., Sideritis syriaca L. και Sideritis euboea Heldr.

Οι ξηροί ανθοφόροι βλαστοί του χρησιµοποιούνται για την παρασκευή ροφήµατος. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες αυξήθηκε η κατανάλωσή του και παρουσιάσθηκε δυσκολία στην ικανοποίηση των αναγκών από τα αυτοφυή φυτά. Έτσι άρχισε η συστηµατική του καλλιέργεια, η οποία µας ώθησε στη βελτιωτική προσπάθεια για αναζήτηση νέων γενοτύπων.

Στην Ελλάδα είναι γνωστό από την αρχαιότητα και αναφέρεται από το Θεόφραστο (372-287 π.Χ.) και τον ∆ιοσκουρίδη (10 µ.Χ. αιώνα). Το επιστηµονικό του όνοµα Sideritis προέρχεται από τη λέξη σίδηρος και κατά µια εκδοχή δόθηκε στο φυτό, εξαιτίας της ικανότητάς του να θεραπεύει τις πληγές που προκαλούνται από σιδερένια αντικείµενα. Σύµφωνα µε άλλη, επειδή αποτελεί φυσική πηγή σιδήρου, αφού στα ροφήµατα που παρασκευάζονται από αυτό περιέχεται αρκετός σίδηρος. Μια τρίτη άποψη υποστηρίζει ότι η ονοµασία του οφείλεται στο σχήµα των δοντιών του κάλυκα, που µοιάζουν µε αιχµή λόγχης.
Τα είδη του Sideritis που µας ενδιαφέρουν, αυτοφύονται στις παραµεσόγειες περιοχές και κυρίως στη χώρα µας. Χρησιµοποιούνται από το λαό µας, γιατί δίνουν τα αγαπηµένα ροφήµατα µε το όνοµα ελληνικά τσάγια ή τσάγια του βουνού.

Επειδή τις τελευταίες δεκαετίες αυξήθηκε η κατανάλωση αυτών των ροφηµάτων και οι παραγωγοί δυσκολεύονταν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες της αγοράς σε τσάι του βουνού από τα αυτοφυή φυτά, αναγκάστηκαν να το καλλιεργήσουν.
Σήµερα καλλιεργείται σε έκταση 3000 στρεµµάτων στα χωριά Βρύναινα,.Αγ. Ιωάwης, Κοκκωτοί Μαγνησίας και Κουφοί, που βρίσκονται στο βουνό Ορθρυς του Ν. Μαγνησίας, καθώς και στη Μεταµόρφωση του Ν. Κοζάνης. (Γκόλιαρης, 1984)

Ταξινόµηση – περιγραφή:

Το τσάι του βουνού ανήκει στην οικογένεια των χειλανθών (Lαmiαceαe) και στο
γένος Sideritis,το οποίο περιλαµβάνει περίπου 140 είδη, που βρίσκονται κυρίως στις παραµεσόγειες χώρες. Τα κυριότερα είδη στην Ελλάδα είναι:

1. Τσάι Βλάχικο (Sideritis αthoα Papan. & Kokkini.). Είναι πολυετής πόα, ύψους
µέχρι 40 εκατ., που καλύπτεται ολόκληρη µε µικρές αδενώδεις τρίχες. Ο Βλαστός του στη βάση είναι ξυλώδης, αρκετά όρθιος, απλός ή µε διακλαδώσεις. Τα φύλλα του έχουν χρώµα ανοιχτό πράσινο ή κιτρινοπράσινο και είναι λογχοειδή. Ο κάλυκας είναι κωδωνοειδής, σκεπάζεται µε αδένες και τα πέταλα του άνθους έχουν χρώµα κίτρινο.
Αυτοφύεται στον Άθω, στην Πίνδο και στα ορεινά του νησιού Σαµοθράκη.

2. Τσάι του Μαλεβού ή τσάι Ταΰγετου (Sideritis clαndestinα Chaub & Bory.).
Είναι πολυετής πόα, ύψους µέχρι 40 εκατοστά. Ο Βλαστός του στη βάση είναι ξυλώδης, απλός ή διακλαδισµένος σε δευτερεύοντες. Τα φύλλα του είναι χνουδωτά, σταχτόχροα, επιµήκη – λογχοειδή, ακέραια ή πριονωτά, τα κατώτερα µε µίσχο και τα ανώτερα επιφυή ή µε µίσχο. Ο κάλυκας είναι κωδωνοειδής, σκεπάζεται από πυκνές τρίχες και τα πέταλα του άνθους έχουν χρώµα κίτρινο. Αυτοφύεται πάνω στους βράχους, στις υπαλπικές και αλπικές περιοχές του Μαλεβού, του Ταΰγετου και της Κυλλήνης.

3. Τσάι του Ολύµπου. (Sideritis scαrdica Gήseb.). Είναι πολυετής πόα. Ο βλαστός του είναι λίγο ξυλώδης στη βάση, είναι απλός ή διακλαδισµένος, µε δευτερεύοντες. Τα φύλλα του είναι πράσινα λογχοειδή, ακέραια ή ελαφρώς πριονωτά, µε λευκό χνούδι, τα κατώτερα έµµισχα και τα ανώτερα άµισχα. Ο κάλυκας είναι µάλλον κωδωνοειδής και καταλήγει σε δόντια, καλύπτεται από πυκνές τρίχες και τα πέταλα του άνθους έχουν χρώµα ζωηρό κίτρινο. Αυτοφύτεαι σε βραχώδη εδάφη της υπαλπικής ζώνης του Ολύµπου, Κίσαβου, Πηλίου και Σκάρδου.

4. Τσάι του Παρνασσού ή τσάι του βελουχιού (Sideritis rαeseri Boiss & He1dr.).
Είναι πολυετής πόα, ύψους µέχρι 40 εκατοστά. Ο βλαστό ς είναι λεπτός, χνουδωτός, συνήθως απλός, σπάνια διακλαδισµένος. Τα φύλλα του είναι στενά, λογχοειδή, τα κατώτερα µε µίσχο και τα ανώτερα άµισχα. Έχουν χρώµα πράσινο ως λευκοπράσινο και είναι ακέραια ή ελαφρώς πριονωτά. Ο κάλυκας έχει λευκοπράσινο χρώµα, καταλήγει σε δόντια και τα πέταλα του άνθους έχουν χρώµα κίτρινο. Αυτοφύεται στον Παρνασσό, Τυµφρηστό (Βελούχι) και σε άλλα βουνά της Αιτωλίας, ∆ωρίδας και Φθιώτιδας.

5. Τσάι της Κρήτης (Sideritis syriαcα L.) γνωστό ως Μαλοτήρα ή Καλοκοιµηθιά.
Είναι πολυετής πόα, ύψους µέχρι 50 εκατοστά. Έχει βλαστό ισχυρό, τετράγωνο, όρθιο, απλό, που σκεπάζεται µε πυκνό και λευκό χνούδι. Τα φύλλα του έχουν χρώµα λευκοπράσινο, καλύπτονται µε πυκνό χνούδι, είναι επιµήκη – λογχοειδή, ακέραια ή πριονωτά τα κατώτερα µε µίσχο και τα ανώτερα άµισχα. Ο κάλυκας είναι σωληνοειδής που καταλήγει σε δόντια και σκεπάζεται από µακρύ και πυκνό τρίχωµα. Τα πέταλα του άνθους έχουν χρώµα κίτρινο. Αυτοφύεται στα ψηλά βουνά της
Κρήτης και κυρίως στα Λευκά Όρη και τον Ψηλορείτη, σε ύψος 1300-2000 µέτρα.

6. Τσάι της Εύβοιας. (Sideritis euboea Heldr.) ή τσάι απ’ το ∆έλφι. Είναι πολυετής πόα, ύψους 30-50 εκατοστά, µε πυκνό και λευκό χνούδι σ’ όλα τα µέρη του. Ο βλαστός του είναι ισχυρός, αποξυλωµένος προς τη βάση, απλός ή µερικές φορές διακλαδισµένος. Τα φύλλα του έχουν πυκνό χνούδι, είναι επιµήκη και τα κατώτερα έχουν µίσχο. Ο κάλυκας είναι σωληνοειδής που καταλήγει σε δόντια και έχει χνούδι.
Τα πέταλα του άνθους έχουν χρώµα κίτρινο. Αυτοφύεται άφθονο στο βουνό ∆ίρφυ σε υψόµετρο 1000-1500µ. (∆ιάσελο ∆ίρφυς, Σκοτεινή, Σέτα, Στρόπωνες, Μετόχι κ.λ.π.). Επίσης υπάρχει στο Ξεροβούνι Εύβοιας, σε υψόµετρο 1400µ.

Καλλιέργεια:

Όπως είδαµε, το τσάι του βουνού αυτοφύεται σε υψόµετρο πάνω από 1000 µ., σε υπαλπικές και αλπικές περιοχές.

• Έδαφος. Προτιµά τα βραχώδη και ασβεστολιθικά. . Άλλα είδη αναπτύσσονταιστις ρωγµές ή στα κοιλώµατα των ασβεστολιθικών βράχων, όπου µπορεί να σταµατά το χώµα, άλλα σε εδάφη γεµάτα ασβεστολιθικά συντρίµµατα (χαλίκια) και άλλα σε πετρώδεις περιοχές, είτε µεµονωµένα είτε σε φυτοκοινωνίες.
Ως καλλιεργούµενο φυτό µπορούµε να το χαρακτηρίσουµε σκληροτράχηλο στις κλιµατικές συνθήκες, γιατί αντέχει πολύ στις χαµηλές θερµοκρασίες και χωρίς απαιτήσεις στις εδαφικές συνθήκες, αφού ευδοκιµεί καλύτερα σε µέτριας σύστασης ορεινά ασβεστολιθικά εδάφη.
Για να µην υποβαθµιστεί η ποιότητά του και κατά συνέπεια και η τιµή του, πρέπει όταν το καλλιεργούµε να µιµούµαστε τις φυσικές συνθήκες ανάπτυξής του, από άποψη υψοµέτρου και εδάφους.

• Πολλαπλασιασµός: Όλα τα είδη που αναφέρθηκαν παραπάνω πολλαπλασιάζονται µε δύο τρόπους: α) Εγγενώς (µε σπόρο) και β) Αγενώς (µε παραφυάδες).

α) Εγγενώς: Ο σπόρος συγκεντρώνεται από το αυτοφυόµενο ή καλλιεργούµενο τσάι του βουνού. Τα φυτά από τα οποία θα πάρουµε το σπόρο πρέπει να είναι υγιή και εύρωστα, και ακόµα να έχει γίνει καλά η γονιµοποίηση των ανθέων και η ωρίµανση του σπόρου. Οι ταξιανθίες µαζεύονται, ξεραίνονται και ο σπόρος αποχωρίζεται µε κτύπηµα των σποροποιηµένων ταξιανθιών, κυρίως τις µεσηµεριανές ώρες, όταν η υγρασία τους θα έχει µειωθεί στο ελάχιστο.
Ένα γραµµάριο έχει περίπου 600 σπόρους. Θεωρητικά, 7 γραµµάρια σπόρου φτάνουν για τη δηµιουργία φυτών να καλύψουν καλλιέργεια ενός στρέµµατος. Στην πράξη όµως για διάφορους λόγους (µειωµένη βλαστική ικανότητα και απώλεια στο
φύτρωµα σπόρων) χρησιµοποιούµε γύρω στα 15 γραµµ. σπόρου για κάθε στρέµµα. Η ποσότητα αυτή σπέρνεται σε σπορείο 5 Τ.µ., από τον Αύγουστο µέχρι αρχές Οκτώβρη. Η σπορά και οι καλλιεργητικές φροντίδες του σπορείου είναι όµοιες µε του καπνού ή της ντοµάτας. Χρειάζεται προσοχή ώστε ο σπόρος να σπέρνεται αραιά, γιατί σε αντίθετη περίπτωση τα φυτά φυτρώνουν πυκνά, δεν αερίζονται καλά και καταστρέφονται εύκολα από σηψιρριζία. Τα σπορόφυτα µεταφυτεύονται όταν αποκτήσουν 4-6 φύλλα.

β) Αγενώς µε παραφυάδες: Ένα φυτό τσάι του βουνού, µετά το δεύτερο έτος δίνει αρκετές παραφυάδες, δηλαδή βλαστούς µε λίγες ρίζες στη βάση. Εάν αυτό είναι καλλιεργούµενο, µπορεί να δώσει πάρα πολλές παραφυάδες, ενώ το αυτοφυές δίνει πολύ λιγότερες. Όταν οι παραφυάδες αφαιρεθούν από τα µητρικά φυτά, φυτεύονται στο χωράφι, όπως και τα φυτά των σπορείων.

• Εγκατάσταση φυτείας. ∆ύο εποχές κρίνονται κατάλληλες για τη φύτευση. Η πρώτη είναι το Φθινόπωρο (Οκτώβρη -Νοέµβρη) και η δεύτερη τέλος του χειµώνα µε αρχές άνοιξης (Φλεβάρης-Μάρτης). Για τις ελληνικές συνθήκες
προτιµότερο είναι το φθινόπωρο µετά τα πρωτοβρόχια. Η φύτευση γίνεται σε γραµµές που απέχουν µεταξύ τους 50-60 εκ. Πάνω στις γραµµές τα φυτά απέχουν µεταξύ τους 40 – 50 εκ. Μπορεί να γίνει µε φυτευτικές µηχανές (καπνού ντοµάτας), ύστερα από κατάλληλη ρύθµιση της απόστασης των δίσκων, ή µε το χέρι σε µικρούς λάκκους ή µε το φυτευτήρι. Εάν µετά τη φύτευση δεν ακολουθήσει βροχή, καλό είναι να γίνει ριζοπότισµα, για να έχουµε µεγάλη επιτυχία.

Καλλιεργητικές φροντίδες.

• Προετοιµασία αγρού. Το τσάι του βουνού είναι πολυετής ξηρική καλλιέργεια. Γι’αυτό πριν από τη φύτευση το χωράφι πρέπει απαραίτητα να προετοιµαστεί κατάλληλα. Έτσι το καλοκαίρι, πριν το φύτεµα, γίνεται ένα βαθύ όργωµα και λίγο πριν από τη φύτευση γίνεται, ανάλογα µε τη φύση του εδάφους, ένα φρεζάρισµα ή ένα ελαφρό όργωµα και δισκοσβάρνισµα, για να καταστραφούν τα ζιζάνια, να σκεπαστεί το λίπασµα και να διευκολυνθεί το φύτεµα.

• Λίπανση. ∆εν υπάρχουν πειραµατικά δεδοµένα για τη λίπανση στο τσάι του βουνού. Από δοκιµαστικές καλλιέργειες που έγιναν στη χώρα µας, καλά αποτελέσµατα έδωσαν η προσθήκη στο στρέµµα 3 ως 4 µονάδες αζώτου και 4 ως 5 µονάδες φωσφόρου αργά το φθινόπωρο, όταν διαπιστωθεί ότι η φυτεία δεν είναι καλά αναπτυγµένη. Όταν η φυτεία είναι ζωηρή, πρέπει να αποφεύγεται η λίπανση για να µην υπάρχει µεγάλη ποσότητα αζώτου στο έδαφος, που έχει αποτέλεσµα τη µεγάλη ανάπτυξη των φυτών και τη µείωση της ποιότητας, του προϊόντος. Επίσης σε καµιά περίπτωση δεν γίνεται πότισµα της φυτείας, γιατί υποβαθµίζεται η ποιότητα και κατά συνέπεια η εµπορική αξία.

• Καταπολέµηση ζιζανίων. Επειδή το τσάι του βουνού είναι ξηρικό και καλλιεργείται σε φτωχά εδάφη, έχει µεγάλη ανάγκη από την καταπολέµηση των ζιζανίων, για να µην έχουµε µειωµένη παραγωγή και να διατηρηθεί η παραγωγικότητα της φυτείας για περισσότερα χρόνια.
Μέχρι σήµερα, παρ’ όλες τις προσπάθειες και τα πειράµατα που έγιναν, δεν βρέθηκε ακόµη το κατάλληλο ζιζανιοκτόνο που να καταστρέφει τα ζιζάνια στις καλλιέργειες. Έτσι ο καλύτερος – αλλά δαπανηρός – τρόπος για να απαλλαγεί η φυτεία από τα ζιζάνια παραµένει το σκάλισµα. Συνήθως γίνονται δύο σκαλίσµατα την άνοιξη, όπου εκτός από τα ζιζάνια αφαιρούνται και οι ξηροί βλαστοί που υπάρχουν.

• Συγκοµιδή. Αυτή γίνεται συνήθως τον Ιούλιο, στο στάδιο που τα φυτά βρίσκονται σε πλήρη άνθιση. Κατά τη συγκοµιδή κόβεται ολόκληρη η ταξιανθία και κάτω από αυτή ένα µέρος του βλαστού, µήκους 5 ως 6 εκατ., µε µαχαίρι ή δρεπάνι.
Στη συνέχεια η ποσότητα που συγκοµίστηκε µεταφέρεται για ξήρανση σε υπόστεγα που έχουν σκεπή από κεραµίδια, για να αποκτήσει ένα χρώµα πρασινοκίτρινο που είναι το καλύτερο. Εάν η ξήρανση δεν γίνει σε σκιά ή όταν το υπόστεγο είναι από λαµαρίνα (τσίγκο), τότε τα φυτά αποχρωµατίζονται (γίνονται ξασπρουλιάρικα), µε αποτέλεσµα να υποβαθµιστεί η ποιότητά τους. Η ξήρανση στα υπόστεγα γίνεται, είτε µε άπλωµα είτε µε κρέµασµα σε µικρά δεµατάκια (µατσάκια). Μετά την ξήρανση ένα δεµατάκι ζυγίζει περίπου 80 γραµµάρια. Τα δεµατάκια συσκευάζονται σε δέµατα βάρους 20 κιλών, που περιµετρικά καλύπτονται µε λινάτσα, όπως ο καπνός. Σ’ αυτή τη µορφή. φυλάγεται σε αποθήκες που αερίζονται καλά, µέχρι να διατεθεί στο εµπόριο.

• Απόδοση. Η καλλιέργεια στο ίδιο χωράφι διαρκεί 5-8 χρόνια. Η παραγωγή από το 2°-4° έτος αυξάνεται και από το 5° έτος αρχίζει να µειώνεται. Από µια επιτυχηµένη φυτεία µε ευνοϊκές καιρικές συνθήκες µπορούµε να πάρουµε τις παρακάτω αποδόσεις: Τον πρώτο χρόνο περίπου 10 κιλά, ξερό προϊόν, το δεύτερο 50-60 κιλά, τον τρίτο και τέταρτο 90-100 κιλά. Όταν στη φυτεία γίνουν όλες οι απαραίτητες καλλιεργητικές φροντίδες (καταπολέµηση ζιζανίων, αφαίρεση ξηρών βλαστών κ.λ.π.), αυτή µπορεί να διατηρηθεί παραγωγική για περισσότερα από 5 χρόνια.

• Χρησιµοποίηση. Οι ξεροί ανθοφόροι βλαστοί του χρησιµοποιούνται για την παρασκευή ροφηµάτων (τσάγια), που γίνονται µε την προσθήκη µικρής ποσότητας δρόγης µέσα σε νερό που βράζει. Το αφήνουµε λίγα λεπτά της ώρας και ακολούθως το στραγγίζουµε. Το ρόφηµα, που είναι πλούσιο σε σίδηρο είναι αρωµατικό, υπόπικρο και θεωρείται ως ευστόµαχο, τονωτικό, εφιδρωτικό και αποχρεπτικό. Επιπλέον δεν ερεθίζει το νευρικό σύστηµα και γι’ αυτό πλεονεκτεί του κοινού τσαγιού (Κευλάνης κ.λ.π.), γιατί δεν προκαλεί αϋπνία.

Βελτίωση:

1. ∆ηµιουργία διειδικών υβριδίων
Τα αυτοφυή φυτά των προαναφερθέντων έξι (6) ειδών τσάι του βουνού συλλέχθηκαν, από τις διάφορες περιοχές της χώρας µας. Τα φυτά αυτά µεταφυτεύθηκαν σε γενεαλογικό αγρό που αναπτύχθηκε στις εγκαταστάσεις του Κ.Γ.Ε.Μ.Θ. το 1982. Το γενετικό υλικό στην αρχή µελετήθηκε από απόψεως φαινοτυπικών και αγρονοµικών χαρακτηριστικών (Γκόλιαρης, 1987). Κατόπιν αναπτύχθηκε η τεχνική των διασταυρώσεων στο τσάι του βουνού (Γκόλιαρης και Κσύτσικα, 1990) και ακολούθησε η δηµιουργία υβριδίων. Για το σκοπό αυτό κάθε ένα από τα έξι διαφορετικά αυτοφυή είδη, διασταυρώθηκε ως µητέρα µε τα υπόλοιπα είδη και προέκυψαν τριάντα διαφορετικοί συνδυασµοί διειδικών διασταυρώσεων.

Τα Fl (πρώτης γενεάς) 252 διειδικά υβρίδια, κατετάγησαν σε έξι οµάδες µε βάση την κοινή µητέρα. ‘Όλα τα υβρίδια µεταφυτεύθηκαν σε πειραµατικό αγρό στην περιοχή Βερµίου και σε υψόµετρο 1500 µ. περίπου. Η περιοχή επιλέχθηκε, ώστε να έχει κλιµατολογικές συνθήκες (κλίµα, έδαφος κ.λ.π) παρόµοιες µε τις συνθήκες του οικολογικού περιβάλλοντος, όπου αυτοφύεται το τσάι του βουνού.

Από τα αποτελέσµατα του πειραµατικού των διειδικών υβριδίων, (Γκόλιαρης, 1995):
α) Ως προς την απόδοση σε χλωρό και ξηρό βάρος βρέθηκε ότι, αυτά απέδωσαν σταθερά περισσότερο από το φυτό µάρτυρα (Sideritis scαrdicα Gήseb. SSp. scαrdicα) και τα έξι έτη της καλλιέργειας τους στο ίδιο χωράφι. (Εικ. 1)


β) Ως προς την απόδοση σε αιθέριο έλαιο απέδωσαν σταθερά περισσότερο από το φυτό µάρτυρα, ο οποίος αυτοφύεται και είναι προσαρµοσµένος στην περιοχή του Βερµίου, όπου εγκαταστάθηκε ο πειραµατικός αγρός (Εικ.. 2)

2. Επιλογή υπέρτερων διειδικών υβριδίων:
Από τα παραπάνω δηµιουργηθέντα 252 διειδικά υβρίδια επιλέχθηκαν 15 τα οποία ονοµάστηκαν υπέρτερα διειδικά υβρίδια. Αυτά υπερτερούσαν πολλαπλάσιες φορές τόσο των γονέων τους, όσο και του φυτού µάρτυρα σε απόδοση χλωρού βάρους και περιεκτικότητα (m1%) σε αιθέριο έλαιο (Πίν.1). Αυτά επιλέχθηκαν, διότι παρουσιάζουν το µεγαλύτερο ενδιαφέρον για τη χρησιµοποίηση τους στην πράξη και την καλλιέργεια τους από τους παραγωγούς (Γκόλιαρης και Ρουπακιάς, 1997).

3. Ποιοτικά χαρακτηριστικά υπέρτερων διειδικών υβριδίων:
Από τα αεριο-υγροχρωµατογραφήµατα βρέθηκε ότι, το αιθέριο έλαιο των διειδικών υβριδίων και των γονέων τους, περιέχει µέχρι 49 συστατικά. Για την καλύτερη αξιολόγηση των ποιοτικών χαρακτηριστικών, επιλέχθηκαν τα κύρια συστατικά, τα οποία καταλαµβάνουν το 25-50% του συνολικού ποσοστού των αιθερίων ελαίων, δίνουν κυρίως το χαρακτηριστικό άρωµα και καθορίζουν την ποιότητα στο είδος ή το υβρίδιο (Εικ. 3).
Από τα αποτελέσµατα της σύγκρισης ως προς τα ποιοτικά συστατικά, των ειδών των γονέων µε τα υπέρτερα υβρίδιά τους βρέθηκε ότι: Αυτά υπερτερούν στο ποσοστό των κύριων ποιοτικών συστατικών και από εκείνα των ειδών των γονέων τους. (Γκόλιαρης και Ρουπακιάς, 1998). (Εικ. 3).

Από τα παραπάνω αποτελέσµατα συµπεραίνουµε, ότι τα υπέρτερα διειδικά υβρίδια.είναι πολύ ανώτερα των γονέων τους σε απόδοση χλωρού και ξηρού βάρους, σε ποσοστό αιθερίου ελαίου και στα κύρια ποιοτικά χαρακτηριστικά. Με δεδοµένη λοιπόν την υπεροχή τους µπορούν να χρησιµοποιηθούν στην καλλιέργεια, συµβάλλοντας στην αξιοποίηση των ορεινών και προβληµατικών περιοχών της χώρας µας και στην αύξηση του γεωργικού εισοδήµατος των καλλιεργητών τους.

ΓΚΟΛΙΑΡΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε. Κέντρο Γεωργικής Έρευνας, Μακεδονίας – Θράκης
Τµήµα Αρωµατικών και Φαρµακευτικών Φυτών, 57001 Θέρµη, Θεσ/νίκη

Πρακτικά εκπαιδευτικής εκδρομής:“Το Τσάι του βουνού” Περτούλι Τρικάλων, 19-20 Ιουνίου 1999