Αν μπορούσαμε να σχεδιάσουμε την ιδανική μέλισσα για το μελισσοκομείο μας, πιθανότατα θα θέλαμε τα πάντα.
Να είναι παραγωγική, ήρεμη, να αναπτύσσεται γρήγορα την άνοιξη αλλά να μην έχει έντονη τάση σμηνουργίας, να διαχειμάζει με μικρές απώλειες, να είναι ανθεκτική στις ασθένειες και, φυσικά, να μπορεί να περιορίζει αποτελεσματικά τη Varroa.
Θα θέλαμε, με άλλα λόγια, μια «σούπερ μέλισσα».
Μόνο που στη γενετική επιλογή τα πράγματα δεν λειτουργούν τόσο απλά.
Η επιλογή για ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό μπορεί να επηρεάσει και άλλα χαρακτηριστικά του πληθυσμού. Και γι’ αυτό, όταν μιλάμε για γενετική βελτίωση της μέλισσας, το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι να δημιουργήσουμε τη μέλισσα που θα είναι πρώτη σε όλα.
Το ζητούμενο είναι να πετύχουμε τη σωστή ισορροπία χαρακτηριστικών.
Τι σημαίνει πραγματικά «γενετική επιλογή»;
Οι μελισσοκόμοι κάνουμε γενετική επιλογή, έστω και σε πολύ απλή μορφή, εδώ και πολλά χρόνια.
Όταν αποφασίζουμε ότι θα πάρουμε υλικό για βασιλοτροφία από το καλύτερο μελίσσι του μελισσοκομείου μας, στην πραγματικότητα κάνουμε επιλογή.
Το ερώτημα όμως είναι:
Γιατί θεωρούμε αυτό το μελίσσι καλύτερο;
Επειδή έδωσε περισσότερο μέλι;
Επειδή ήταν ήρεμο;
Επειδή δεν σμηνούργησε;
Επειδή διαχείμασε καλύτερα;
Επειδή παρουσίασε χαμηλότερο φορτίο Varroa;
Ή επειδή συνδύαζε όλα τα παραπάνω σε έναν ικανοποιητικό βαθμό;
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος.
Αν επιλέγουμε επίμονα μόνο με βάση ένα χαρακτηριστικό, υπάρχει κίνδυνος να δημιουργήσουμε έναν πληθυσμό εξαιρετικό σε αυτό που μετράμε, αλλά μέτριο ή ακόμη και ανεπιθύμητο σε κάτι άλλο.
Η παγίδα της επιλογής ενός μόνο χαρακτηριστικού
Ας χρησιμοποιήσουμε ως παράδειγμα τη Varroa.
Έστω ότι έχουμε έναν πληθυσμό μελισσών και εντοπίζουμε τα μελίσσια που εμφανίζουν την ισχυρότερη συμπεριφορά VSH – Varroa Sensitive Hygiene.
Αν από γενιά σε γενιά επιλέγουμε αποκλειστικά με βάση αυτό το χαρακτηριστικό, μπορούμε πράγματι να ενισχύσουμε την παρουσία του στον πληθυσμό.
Τι συμβαίνει όμως με την παραγωγή μελιού;
Την ανάπτυξη;
Τη συμπεριφορά;
Τη γονιμότητα;
Την τάση σμηνουργίας;
Τη διαχείμαση;
Αν δεν τα μετράμε, ουσιαστικά δεν γνωρίζουμε τι συμβαίνει με αυτά.
Ένα πρόγραμμα επιλογής επομένως μπορεί να είναι εξαιρετικά επιτυχημένο ως προς τον στόχο που έχουμε θέσει και ταυτόχρονα να δημιουργεί προβλήματα από καθαρά μελισσοκομική άποψη.
Το παράδειγμα της Pol-line
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Pol-line, μια γενετική γραμμή που αναπτύχθηκε έχοντας ως αφετηρία επιλογή για VSH.
Η επιλογή για το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό έδωσε ενδιαφέροντα αποτελέσματα όσον αφορά τη Varroa, αλλά παράλληλα παρατηρήθηκε μειωμένη παραγωγικότητα σε μέλι.
Στη συνέχεια επιχειρήθηκε να ενσωματωθούν ξανά παραγωγικά χαρακτηριστικά μέσω διασταύρωσης με ιταλικές γραμμές.
Το παράδειγμα είναι ιδιαίτερα χρήσιμο γιατί μας δείχνει κάτι που συχνά ξεχνάμε: δεν αρκεί να δημιουργήσουμε μια μέλισσα που αντιμετωπίζει καλύτερα τη Varroa. Πρέπει αυτή η μέλισσα να εξακολουθεί να λειτουργεί ως καλό παραγωγικό μελίσσι.
Κάθε επιλογή μπορεί να έχει κόστος
Στη γενετική βελτίωση συναντάμε συχνά αυτό που ονομάζουμε trade-off, δηλαδή έναν συμβιβασμό μεταξύ διαφορετικών χαρακτηριστικών.
Η έντονη επιλογή προς μία κατεύθυνση μπορεί να συνοδεύεται από αλλαγές σε κάποια άλλη.
Για παράδειγμα, όταν επιλέγουμε για χαρακτηριστικά που σχετίζονται με την ανθεκτικότητα στα ακάρεα, πρέπει παράλληλα να παρακολουθούμε εάν διατηρούνται χαρακτηριστικά όπως η παραγωγικότητα και η αναπαραγωγική ικανότητα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε βελτίωση ενός χαρακτηριστικού θα προκαλέσει υποχρεωτικά επιδείνωση κάποιου άλλου.
Σημαίνει ότι δεν έχουμε το δικαίωμα να θεωρήσουμε ότι όλα τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά θα παραμείνουν αυτομάτως όπως ήταν.
Πρέπει να τα μετράμε.
Ποια χαρακτηριστικά θέλουμε πραγματικά από μια μέλισσα;
Εδώ η απάντηση αλλάζει ανάλογα με τον μελισσοκόμο.
Ένας επαγγελματίας που βασίζεται κυρίως στην παραγωγή μελιού μπορεί να δίνει μεγάλη βαρύτητα στην παραγωγικότητα.
Ένας βασιλοτρόφος θα εξετάσει και διαφορετικά αναπαραγωγικά χαρακτηριστικά.
Ένας μελισσοκόμος που δραστηριοποιείται σε περιοχή με δύσκολους χειμώνες μπορεί να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τη διαχείμαση.
Και φυσικά σήμερα όλοι έχουμε λόγο να ενδιαφερόμαστε για τη συμπεριφορά απέναντι στη Varroa και στις ασθένειες.
Ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα επιλογής λοιπόν θα μπορούσε να αξιολογεί έναν συνδυασμό χαρακτηριστικών όπως:
- επίπεδα Varroa,
- VSH ή άλλες συμπεριφορές που σχετίζονται με το άκαρι,
- γενικότερη υγιεινή συμπεριφορά,
- παραγωγή μελιού,
- ανάπτυξη γόνου,
- διαχείμαση,
- τάση σμηνουργίας,
- επιθετικότητα ή ηρεμία,
- ποιότητα βασίλισσας,
- αναπαραγωγική ικανότητα.
Δεν είναι απαραίτητο όλα να έχουν το ίδιο βάρος.
Πρέπει όμως να γνωρίζουμε τι ακριβώς επιλέγουμε και τι μπορεί να θυσιάζουμε στην πορεία.
Παραγωγικότητα δεν σημαίνει μόνο μέλι
Ένα ακόμη σημείο που αξίζει να προσέξουμε είναι ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούμε τη λέξη «παραγωγικότητα».
Συνήθως ο μελισσοκόμος σκέφτεται αμέσως τα κιλά μελιού.
Όμως η παραγωγικότητα ενός μελισσιού είναι πιο σύνθετη.
Ένα μελίσσι που παράγει πολύ μέλι αλλά απαιτεί συνεχείς παρεμβάσεις, παρουσιάζει προβλήματα βασίλισσας ή έχει μεγάλη ευαισθησία σε ασθένειες δεν είναι απαραίτητα το οικονομικότερο μελίσσι μιας επαγγελματικής εκμετάλλευσης.
Αντίθετα, ένα μελίσσι που δίνει λίγο μικρότερη παραγωγή αλλά παρουσιάζει μεγαλύτερη σταθερότητα και χρειάζεται λιγότερες παρεμβάσεις μπορεί τελικά να έχει μεγαλύτερη συνολική αξία.
Άρα η «καλύτερη μέλισσα» δεν είναι υποχρεωτικά εκείνη που έδωσε τα περισσότερα κιλά μέλι μία συγκεκριμένη χρονιά.
Το ίδιο ισχύει και για τη Varroa
Από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει να πάμε στο άλλο άκρο.
Ένα μελίσσι που παρουσιάζει χαμηλότερο φορτίο Varroa δεν πρέπει αυτομάτως να θεωρείται το καλύτερο γενετικό υλικό του μελισσοκομείου.
Πρέπει να εξετάσουμε το σύνολο της εικόνας.
Πώς αναπτύχθηκε;
Πόσο παραγωγικό ήταν;
Πώς συμπεριφέρθηκε;
Τι πληθυσμό είχε;
Πώς διαχείμασε;
Πώς ήταν η βασίλισσα;
Και, κυρίως, το χαρακτηριστικό που παρατηρήσαμε επαναλαμβάνεται ή ήταν αποτέλεσμα των ιδιαίτερων συνθηκών μιας χρονιάς;
Η επιλογή απαιτεί δεδομένα πολλών μελισσιών και επαναλαμβανόμενες παρατηρήσεις.
Ο ρόλος του περιβάλλοντος
Υπάρχει και κάτι ακόμη που κάνει τη μελισσοκομική επιλογή ιδιαίτερα δύσκολη.
Δεν είναι όλα όσα βλέπουμε γενετικά.
Δύο μελίσσια με διαφορετική απόδοση μπορεί να έχουν διαφορετική γενετική, αλλά μπορεί επίσης να έχουν αντιμετωπίσει διαφορετικές περιβαλλοντικές συνθήκες.
Θέση μέσα στο μελισσοκομείο, διαθέσιμη τροφή, λεηλασία, ασθένειες, ηλικία βασίλισσας, έκθεση σε φυτοπροστατευτικά προϊόντα και πολλοί ακόμη παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν αυτό που βλέπουμε.
Ο φαινότυπος –αυτό δηλαδή που παρατηρούμε– είναι αποτέλεσμα τόσο της γενετικής όσο και του περιβάλλοντος.
Γι’ αυτό μία καλή χρονιά ενός μελισσιού δεν είναι αρκετή για να το χαρακτηρίσουμε γενετικά «εξαιρετικό».
Η επιλογή πρέπει να γίνεται σε πληθυσμό
Αν έχουμε δύο μελίσσια, οι δυνατότητες πραγματικής επιλογής είναι περιορισμένες.
Αν έχουμε εκατό και κρατάμε συστηματικά στοιχεία, αρχίζουμε να αποκτούμε πολύ περισσότερες πληροφορίες.
Μπορούμε να συγκρίνουμε.
Μπορούμε να απορρίψουμε τα χειρότερα.
Μπορούμε να εντοπίσουμε εκείνα που επαναλαμβάνουν επιθυμητές επιδόσεις.
Και μπορούμε να επιλέξουμε από περισσότερες από μία οικογένειες, ώστε να μη βασίζουμε ολόκληρο το πρόγραμμα σε ένα μόνο μελίσσι.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό και για τη διατήρηση της γενετικής ποικιλότητας.
Και οι κηφήνες είναι η μισή ιστορία
Όταν μιλάμε για γενετική επιλογή στη μελισσοκομία, έχουμε την τάση να μιλάμε σχεδόν αποκλειστικά για τις βασίλισσες.
Όμως η νέα βασίλισσα δεν κληρονομεί γενετικό υλικό μόνο από τη μητέρα της.
Οι κηφήνες με τους οποίους θα συζευχθεί είναι καθοριστικοί για τη γενετική σύνθεση των εργατριών που θα δημιουργήσουν το νέο μελίσσι.
Σε ελεύθερες συζεύξεις ο έλεγχος αυτού του τμήματος της αναπαραγωγής είναι περιορισμένος.
Έτσι μπορεί να αγοράσουμε ή να παράγουμε μια εξαιρετική βασίλισσα και στις επόμενες γενιές να δούμε τα χαρακτηριστικά που μας ενδιέφεραν να εξασθενούν.
Η γενετική βελτίωση επομένως δεν είναι απλώς «βρήκα καλή βασίλισσα και έκανα βασιλοτροφία».
Είναι διαχείριση ολόκληρου του πληθυσμού αναπαραγωγής.
Η λύση είναι η επιλογή πολλών χαρακτηριστικών
Ο στόχος για το μέλλον δεν πρέπει να είναι μία μέλισσα εξαιρετική μόνο απέναντι στη Varroa.
Πρέπει να επιδιώκουμε πληθυσμούς που συνδυάζουν:
ανθεκτικότητα + παραγωγικότητα + καλή συμπεριφορά + υγεία + προσαρμογή στις τοπικές συνθήκες.
Αυτό είναι σαφώς δυσκολότερο από την επιλογή ενός μόνο χαρακτηριστικού.
Είναι όμως πολύ πιο κοντά στις πραγματικές ανάγκες του μελισσοκόμου.
Άλλωστε το μελίσσι δεν έχει να αντιμετωπίσει μόνο τη Varroa.
Υπάρχουν ιοί, ασθένειες του γόνου, Nosema, διατροφικές ελλείψεις, περιβαλλοντικές πιέσεις και πολλοί ακόμη παράγοντες.
Μια μέλισσα που είναι εξαιρετική απέναντι σε έναν μόνο εχθρό αλλά ευάλωτη σε όλα τα υπόλοιπα δεν αποτελεί τη λύση που αναζητούμε.
Τι μπορούμε να κάνουμε στο δικό μας μελισσοκομείο;
Ακόμη και χωρίς ένα επαγγελματικό πρόγραμμα γενετικής βελτίωσης, μπορούμε να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο επιλέγουμε τις βασίλισσές μας.
Το πρώτο βήμα είναι απλό:
να σταματήσουμε να επιλέγουμε «με το μάτι» και να αρχίσουμε να κρατάμε στοιχεία.
Για κάθε μελίσσι μπορούμε να καταγράφουμε, ανάλογα με τους στόχους μας:
παραγωγή, ανάπτυξη, συμπεριφορά, σμηνουργία, κατάσταση βασίλισσας, διαχείμαση και μετρήσεις Varroa.
Μετά από κάποιο διάστημα δεν θα θυμόμαστε απλώς ότι «το νούμερο 18 ήταν καλό».
Θα γνωρίζουμε γιατί ήταν καλό.
Και ακόμη σημαντικότερο, θα γνωρίζουμε εάν ήταν καλό σε ένα μόνο χαρακτηριστικό ή σε πολλά.
Η καλύτερη μέλισσα ίσως να μην είναι η πρώτη σε τίποτα
Ακούγεται παράξενο, αλλά μπορεί να είναι το σημαντικότερο συμπέρασμα.
Το καλύτερο μελίσσι για αναπαραγωγή δεν είναι απαραίτητα αυτό που έδωσε τα περισσότερα κιλά μέλι.
Ούτε υποχρεωτικά εκείνο που είχε τη χαμηλότερη μέτρηση Varroa.
Μπορεί να είναι εκείνο που ήταν πολύ καλό σε όλα χωρίς να είναι ακραίο σε τίποτα.
Καλή παραγωγή.
Χαμηλή Varroa.
Καλή ανάπτυξη.
Ήρεμη συμπεριφορά.
Καλή διαχείμαση.
Υγιής γόνος.
Σταθερή βασίλισσα.
Αυτή η ισορροπία μπορεί τελικά να έχει πολύ μεγαλύτερη αξία από ένα εντυπωσιακό μεμονωμένο χαρακτηριστικό.
Δεν χρειαζόμαστε τη «σούπερ μέλισσα»
Η γενετική βελτίωση μπορεί να αποτελέσει ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία της μελισσοκομίας των επόμενων ετών.
Αλλά για να αξιοποιήσουμε πραγματικά τις δυνατότητές της πρέπει να εγκαταλείψουμε την ιδέα ότι υπάρχει ένα χαρακτηριστικό που θα λύσει όλα μας τα προβλήματα.
Δεν χρειαζόμαστε μια μέλισσα που να είναι τέλεια απέναντι στη Varroa αλλά προβληματική στην παραγωγή.
Ούτε μια μέλισσα που να γεμίζει τους τρύγους αλλά να καταρρέει κάθε χρόνο από παράσιτα και ασθένειες.
Χρειαζόμαστε ισορροπημένες, υγιείς και παραγωγικές μέλισσες, προσαρμοσμένες στις συνθήκες στις οποίες τις εκτρέφουμε.
Και ίσως αυτή να είναι τελικά η ουσία της σωστής γενετικής επιλογής:
όχι να δημιουργήσουμε την τέλεια μέλισσα, αλλά να δημιουργούμε, γενιά μετά τη γενιά, καλύτερες μέλισσες.







