Τα μελισσοκομικά φυτά του καλοκαιριού είναι λίγα αλλά πολύ σημαντικά γιατί δίνουν άφθονο νέκταρ και γύρη που βοηθά τα μελίσσια να σχηματίζουν τις εφεδρείες τους. 

  • Αγριοσουσαμιά (Heliotropium europaeum) Hλιοτρόπιο ή παπαδιά: Mικρό ποώδες φυτό με άσπρα ευωδιαστά άνθη που φυτρώνει σε χέρσα εδάφη και σε θερισμένα σιτηρά μετά το διάστημα του Ιουλίου, Αυγούστου και Σεπτεμβρίου. Δίνει νέκταρ και γύρη.
  • Βαμβάκι (Gossypium hirsutum) Η έκκριση νέκταρος από το άνθος του βαμβακιού ξεκινά μερικές ώρες μέχρι και ημέρες πριν να ανοίξει το άνθος και σταματά όταν τα πέταλα αλλάξουν χρώμα από άσπρο σε ροδοκόκκινο. Η νεκταροέκκριση ευνοείται από μαλακό καιρό με θερμοκρασίες από 25-35°C και υψηλή εδαφική υγρασία. Το νέκταρ από τα άνθη του βαμβακιού, είναι πλούσιο σε ζάχαρα (30-70%) αλλά δεν προσελκύει ιδιαίτερα τις μέλισσες λόγω των χαμηλών ποσοστών σουκρόζης που περιέχει. Αντίθετα οι μέλισσες προσελκύονται περισσότερο στο νέκταρ που εκκρίνεται από εξωανθικά νεκτάρια που βρίσκονται στην εξωτερική πλευρά των βρακτίων φύλλων, καθώς επίσης στη βάση και τους νευρώνες των φύλλων. Το νέκταρ που παράγεται από τους αδένες αυτούς, είναι πλούσιο σε ζάχαρα και γίνεται ακόμη πλουσιότερο με την παθητική εξάτμιση του νέκταρος. Οι μέλισσες μαζεύουν μεγάλες ποσότητες μελιού από τα εξωανθικά νεκτάρια που εκκρίνουν νέκταρ για 2,5-3 περίπου εβδομάδες τον Αύγουστο. Η γύρη του βαμβακιού δεν προσελκύει ιδιαίτερα τις μέλισσες, το μέλι είναι ανοικτόχρωμο και κρυσταλλώνει πολύ γρήγορα.  Μεγάλο πρόβλημα για τις μέλισσες είναι οι ραντισμοί με εντομοκτόνα υψηλής μελισσοτοξικότητας στην ανθοφορία. Οι μεγάλες απώλειες μελισσών αποθαρρύνει τους μελισσοκόμους οι οποίοι αποφεύγουν την καλλιέργεια. Ένα δεύτερο πρόβλημα είναι η πρόσφατη χρησιμοποίηση υβριδίων ή σειρών βαμβακιού με μικρή νεκταροέκκριση τα οποία δεν τα επισκέπτονται οι μέλισσες (Τσέλιος και Θρασυβούλου, 1989). Παρά τα προβλήματα το βαμβάκι τον Αύγουστο, είναι μία από τις κύριες πηγές νέκταρος για τον Έλληνα μελισσοκόμο.
  • Βελανιδιά (Quercus macrolepis Kotschy) Δασικό δένδρο με μεγάλη εξάπλωση σ’ όλη την ορεινή χώρα, και ενδιαφέρον από μελισσοκομικής πλευράς. Το μήνα Ιούλιο, δίνει μελιτώδεις εκκρίσεις και τα μελίσσια αποθηκεύουν ποσότητες μελιού. Το μέλι βελανιδιάς ή «δένδρου», όπως λέγεται από τους μελισσοκόμους, έχει σκοτεινό χρώμα, γεύση ευχάριστη και δύσκολα κρυσταλλώνει. Οι μελισσοκόμοι αποφεύγουν τη μεταφορά μελισσιών στα δάση βελανιδιάς, γιατί σταματά η ανάπτυξή τους λόγω απουσίας γύρης. Αν δε μεσολαβήσει κάποια ανθοφορία με γύρη όπως της ερείκης ή του πολύκομπου, τα μελίσσια αυτά αποτυγχάνουν στο πεύκο και παρουσιάζουν μεγάλες απώλειες το χειμώνα 
  • Γλυκάνισος (Pimpinella anisum). Είναι αυτοφυές κυρίως των ανατολικών περιοχών της Μεσογείου. Σήμερα καλλιεργείται για τα σπέρματα του από τα οποία λαμβάνεται με απόσταξη το αιθέριο έλαιο ανισέλαιο. Το ανισέλαιο χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική, στη ποτοποιία και τη ζαχαροπλαστική (Λαυρεντιάδης, 1983). Ανθίζει τέλη καλοκαιριού με φθινόπωρο και δίνει ικανοποιητική ποσότητα νέκταρος. Το φυτό είναι πολυετές, έχει άνθη άσπρα που δίνουν γύρη και κυρίως νέκταρ. Η εκμετάλλευση της ανθοφορίας του φυτού από τις μέλισσες παρουσιάζει δύο μεγάλα προβλήματα. α) Λόγω της εντατικής συλλογής νέκταρος μπλοκάρεται ο γόνος και β) φθείρονται οι συλλέκτριες μέλισσες (χάνουν το τρίχωμά τους, λαδώνουν, μαυρίζουν, σκίζονται τα φτερά τους) (Τσέλιος, 1996). Λόγω των προβλημάτων αυτών μελίσσια που μεταφέρονται από τον γλυκάνισο στα πεύκα αποτυγχάνουν.
  •  Δενδρολίβανο (Rosmarius officinalis). Βρίσκεται αυτοφυές σε μικρές εκτάσεις στη Ν. Ελλάδα και Κρήτη, ως καλλωπιστικό σ’ όλη την Ελλάδα και ως καλλιεργούμενο αρωματικό σε πολύ μικρές εκτάσεις της Β. Ελλάδα. Το δενδρολίβανο κατατάσσεται στα φυτά που δίνουν μεγάλη ποσότητα και καλής ποιότητας μέλι. Η εξάπλωσή του παρουσιάζει σημαντικά πλεονεκτήματα: όπως ικανοποιητική προσφορά σε γύρη και νέκταρ, μεγάλο εύρος άνθισης από το Σεπτέμβριο μέχρι τα μέσα Μαίου, ευκολία πολλαπλασιασμού με μοσχεύματα και ανάπτυξη σε άγονα εδάφη. Το δενδρολίβανο πρέπει να διαδοθεί σε περιοχές όπου ξεχειμωνιάζουν μελίσσια, στις φυτοκαλύψεις δημοσίων εκτάσεων που καλύπτονται με θαμνώδη βλάστηση κ.λ.π.
  • Έλατο Δίνει μέλι εξαιρετικής ποιότητας από μελιτοεκκρίσεις εντόμων τον Ιούνιο. Η έκκριση ευνοείται από υψηλές θερμοκρασίες και σχετική ξηρασία, ενώ οι βροχές τη σταματούν. Το ελληνικό έλατο γνωστό ως ελάτη η Κεφαλληνιακή (Abies cephalonica) συναντάται μόνο στην Ελλάδα και ειδικότερα στην Ευρυτανία, τον Ταΰγετο, το Περτούλι, την Πάρνηθα και άλλες περιοχές. Το μέλι που παράγεται είναι δύο ειδών. Το ένα, γνωστό σαν βανίλια, είναι εξαιρετικά πυκνόρρευστο, δεν κρυσταλλώνει, παρουσιάζει αναλαμπές χρωμάτων και έχει χαμηλή περιεκτικότητα σε ανάγοντα ζάχαρα. Το δεύτερο είδος, μοιάζει με το συνηθισμένο μέλι που παράγεται από την ευρωπαϊκή ελάτη (Abies alba) γνωστό ως δασόμελο. Στα διάφορα είδη ελάτης ο Σαντάς (1983) αναφέρει τα κοκκοειδή Physokermes hemicryphus και Eulecanium sericeum και τις αφίδες Mindarusabietinus, Cinara confinis και C. pectinatae ως παράσιτα που παράγουν μελιτώδεις εκκρίσεις εκμεταλλεύσιμες από τις μέλισσες. Από τα έντομα αυτά το σημαντικότερο για τον μελισσοκόμο είναι το P.hemicryphus, το οποίο δίνει μελίτωμα από τα τέλη Μαΐου έως τέλη Ιουλίου. Σε μερικές χρονιές οι αφίδες (μελίγκρες) αναπτύσσουν μεγάλους πληθυσμούς και παράγουν άφθονο μελίτωμα που μαζεύουν οι μέλισσες το Μάιο, Ιούνιο και Σεπτέμβριο.
  • Ευκάλυπτος (Eucalyptus spp.) Υπάρχουν πολλά μελισσοκομικά είδη ευκαλύπτου που ανθίζουν σχεδόν όλες τις εποχές (Χαριζάνης, 1989, 1996β). Δίνει γύρη και άφθονο νέκταρ. Σε περιοχές με ευκαλύπτους οι μέλισσες συλλέγουν και αποθηκεύουν εντατικά μέλι συνήθως ανοικτόχρωμο
  • thymariΘυμάρι Στην Ελλάδα απαντιέται το είδος Thymus serpyllus σε αλπικές βοσκές ή σε βράχους της βορειοηπειρωτικής Ελλάδας μέχρι τη Θεσσαλία και την Εύβοια. Επίσης υπάρχει το γνωστό θρουμπί (Thymus capitatus) που επίσης ονομάζεται θυμάρι από τους μελισσοκόμους. Στην Δ. Μεσόγειο μέχρι τη νοτιοανατολική Ιταλία συναντιέται το είδος Thymus vulgaris που δεν βρίσκεται όμως στην Ελλάδα (Λαυρεντιάδης 1983). Είναι ένα από τα σπουδαιότερα μελισσοκομικά φυτά για τη χώρα μας, γιατί από αυτό παράγεται το χαρακτηριστικό σε άρωμα και γεύση εξαιρετικής ποιότητας θυμαρίσιο μέλι. Η παραγωγή του ανέρχεται περίπου σε ποσοστό 10% της συνολικής παραγωγής μελιού στην Ελλάδα. Το θυμάρι βρίσκεται αυτοφυές σ’ όλο το νότιο τμήμα της Στερεάς Ελλάδας, την Πελοπόννησο, τα νησιά του Αιγαίου, του Ιονίου και την Κρήτη. Είναι φυτό πολυετές, που αντέχει στην ξηρασία και φυτρώνει σε άγονα και πετρώδη εδάφη. Η ανθοφορία του αρχίζει στις πρώιμες τοποθεσίες γύρω στα τέλη του Μαίου και στις οψιμότερες, το πρώτο και δεύτερο δεκαπενθήμερο του Ιουνίου. Η άνθισή του διαρκεί 30-40 ημέρες, ανάλογα με τη διαμόρφωση του εδάφους και την πορεία των καιρικών συνθηκών. Για την καλή ανθοφορία και ικανοποιητική απόδοση σε νέκταρ, το θυμάρι χρειάζεται βροχές κατά τον Απρίλιο και αρχές Μαίου πριν ν’ ανθίσει. Βροχή στο διάστημα της ανθοφορίας σταματά την έκκριση του νέκταρος. Ζεστός καιρός με υγρούς ανέμους, είναι ιδεώδεις συνθήκες για την άφθονη έκκριση νέκταρος, ενώ ξηροί και ψυχροί άνεμοι τη σταματούν. Εκείνο όμως που αποτελεί πραγματικό πρόβλημα κατά την ανθοφορία του θυμαριού είναι ο Ν.Δ. άνεμος, γνωστός σαν «λίβας» που αν επικρατήσει έστω και μία ημέρα, προκαλεί οριστικό σταμάτημα της νεκταροέκκρισης του θυμαριού. Για να προκύψει μία ικανοποιητική παραγωγή θυμαρίσιου μελιού, πρέπει να γίνουν όλες οι κατάλληλες προετοιμασίες στα μελίσσια, ώστε να έχουν μεγάλο πληθυσμό και περιορισμένο γόνο.
  • Ηλίανθος (Helianthus annuus L). Η καλλιέργειά του επεκτάθηκε από τη Θράκη μέχρι τη Μακεδονία. Οι μέλισσες συμβάλλουν σημαντικά στην επικονίασή του φυτού από το οποίο συλλέγουν και αξιόλογη ποσότητα νέκταρος. Όμως η εκμετάλλευση του ηλίανθου  παρουσιάσει τις εξής δυσκολίες: α) Η παραγωγή μελιού ηλίανθου διαφέρει από χρονιά σε χρονιά. β) Το μέλι ηλίανθου έχει χαμηλή τιμή.γ) Επηρεάζεται αρνητικά η παραγωγή γόνου, και φθείρεται ο πληθυσμός του μελισσιού.
  • Castanea sativa MillerΚαστανιά (Castanea sativa Miller). Ανθίζει τον Ιούνιο δίνει άφθονη γύρη αλλά και νέκταρ. Είναι ένα από τα κυριότερα μελισσοκομικά φυτά γιατί ενδυναμώνει τα μελίσσια και τους εξασφαλίζει σίγουρη επιτυχία  στα πεύκα. Παράλληλα το μέλι που συλλέγεται από την καστανιά είναι εξαιρετικής ποιότητας, σκοτεινόχρωμο, έντονα αρωματικό και αρκετά ανθεκτικό στη θέρμανση (Θρασυβούλου και Μανίκης 1997). Το μέλι καστανιάς έχει χαρακτηριστικά μελιτώματος κατατάσσεται όμως στα ανθόμελα γιατί τα ζάχαρά του είναι αριστερόστροφα.  Τα μελίσσια πρέπει να μεταφέρονται στην καστανιά όταν βρίσκεται στο 25% περίπου της άνθησής της, τούτο γιατί η ανθοφορία της δεν είναι ιδιαίτερα σταθερά από χρονιά σε χρονιά (Τσέλιος, 1986).
  • Λεβάντα (Lavandula stoechas L.) Αρωματικό φυτό πλούσιο σε αιθέρια έλαια που καλλιεργείται σε ορισμένες περιοχές της χώρας. Ο μελισσοκόμος παίρνει από αυτό μία καλή σοδειά από εξαιρετικό ευωδιαστό μέλι και ο καλλιεργητής λεβάντας ωφελείται γιατί η παρουσία μελισσών αυξάνει κατά 20% περίπου την παραγωγή αιθέριου ελαίου. Το καλλιεργούμενο είδος είναι υβρίδιο της ποικιλίας Lavandula vera και αναπτύσσεται σε ξηρικές συνθήκες, αξιοποιώντας ορεινές και ημιορεινές περιοχές. Είναι μικρός θάμνος ύψους 30-80 εκατ., πολυετής (μπορεί να μείνει στο χωράφι 10-15 χρόνια) και σε πλήρη παραγωγή αποδίδει 200-300 κιλά ανθοφόρων βλαστών στο στρέμμα ή 5-7 κιλά αιθέριου ελαίου.
  • Λιγούστρο (Ligustrum spp.). Καλλωπιστικό δένδρο, ανθίζει τον Ιούλιο σε μια εποχή που τα μελίσσια βρίσκονται στην πλήρη και παραγωγική τους φάση, δίνει άφθονο νέκταρ και γύρη. Σε περιοχές που υπάρχουν λιγούστρα τα μελίσσια κτίζουν κάτασπρες κηρήθρες και αποθηκεύουν μέλι (Ντινόπουλος, 1991)
  • Λυγαριά (Vitex aqnus-castus L.) Καναπίτσα. Βρίσκεται σε λαγκαδιές σε κοίτες ξεροπόταμων και σε ακαλλιέργητες εκτάσεις. Οι μέλισσες συλλέγουν μεγάλη ποσότητα γύρης συμπληρώνουν τις εφεδρείες τους γεγονός που βοηθά ώστε να εκμεταλλευτούν καλύτερα τις μελιτοεκκρίσεις του πεύκου. Σε χρονιές μεγάλης ξηρασίας η λυγαριά προκαλεί απώλειες στις συλλέκτριες μέλισσες γιατί το νέκταρ είναι πολύ παχύρρευστο και η γύρη κολλά στις κεραίες και τα μάτια των μελισσών σε βαθμό που δημιουργεί προβλήματα προσανατολισμού  (Τσέλιος 1990).
  • Πολύκομπος (Polygonum spp). Ο πολύκομπος είναι διαδεδομένος σε μεγάλες εκτάσεις σ’ όλη την Ηπειρωτική Ελλάδα, σε περιοχές όπου καλλιεργούνται χειμερινά σιτηρά. Σ’ αυτά, η ανάπτυξη του πολύκομπου αρχίζει από το θερισμό και διακόπτεται με το κάψιμο της καλαμιάς και το όργωμα των χωραφιών. Οι καλοκαιρινές βροχές και η υψηλή εδαφική υγρασία, βοηθούν ιδιαίτερα στη νεκταροέκκρισή του.  Οι μήνες εκμετάλλευσης του πολύκομπου από τους μελισσοκόμους είναι ο Ιούλιος και ο Αύγουστος. Όμως από το φθινόπωρο μέχρι και το Δεκέμβριο, ο πολύκομπος δίνει γύρη, και έτσι μαζί με το ρείκι και την κουμαριά αποτελούν τις τελευταίες σημαντικές πηγές γύρης για την εκτροφή του γόνου. Το μέλι από τον πολύκομπο έχει χαρακτηριστική μυρωδιά, και σκούρο χρώμα. Eίναι από τα πιο πλούσια σε ένζυμα μέλια και αντέχει περισσότερο στη θέρμανση. Επίσης έχει υψηλά ποσοστά μεταλλικών στοιχείων που του προσδίδουν υψηλή θρεπτική αξία.
  • Σιδηρίτης ή τσάι του βουνού:(Sideritis spp) Ποώδες φυτό που ευδοκιμεί σε μεγάλα υψόμετρα (άνω των 800 μέτρων), δίνει νέκταρ αρωματικό.. Είναι από τα καλύτερα ελληνικά μέλια, αλλά σε μικρές ποσότητες και τοπικής σημασίας. Τέτοιο μέλι είναι το ροδόμελο που παράγεται στην Κάρυστο.
  • Φλαμουριά (Tilia spp.) Ανθίζει τον Ιούνιο και προσφέρει κυρίως νέκταρ. Το μέλι που παράγεται από τη φλαμουριά είναι ανοικτόχρωμο και έχει εξαιρετικό άρωμα και ευχάριστη γεύση.

Από το βιβλίο του Ανδρέα Θρασυβούλου «Πρακτική Μελισσοκομία»,Θεσσαλονίκη 2001, Εκδόσεις Μελισσοκομική Επιθεώρηση, Νίκος Παππάς

Melissokomianet.gr via melissokomia.gr