Τη µελισσοκοµία διάλεξε ο Παναγιώτης Μαρούλης, όταν αναγκάστηκε να σταµατήσει τη µακρόχρονη επαγγελµατική σταδιοδροµία του στον κινηµατογράφο και την τηλεόραση, καθώς µε τη µελισσοκοµία µπορεί, εξίσου, να εκφράσει την επιθυµία του για δηµιουργία.

Όπως είπε στην Agrenda ο κ. Μαρούλης, «τη µελισσοκοµία την επέλεξα από ένστικτο αλλά τώρα σκέφτοµαι ότι δε θα µπορούσα να κάνω κάτι άλλο, καθώς µου αρέσει να δηµιουργώ και µε τη µελισσοκοµία µού δίνεται αυτή η δυνατότητα, αφού δεν είναι µία στατική ασχολία. Μάλιστα, ο µελισσοκόµος, αν έχει λίγη φαντασία, µπορεί να δηµιουργήσει πάρα πολλά προϊόντα».

Όπως αφηγείται ο κ. Μαρούλης, «φοίτησα στο Ινστιτούτο Γεωπονικών Επιστηµών για 2 χρόνια, καθώς δεν είχα καµία επαφή µε τη µελισσοκοµία και το 2005 πήγα στην Αµοργό και δηµιούργησα την επιχείρηση «AMORGIANO» µε στόχο την παραγωγή και πώληση βιολογικών µελισσοκοµικών προϊόντων».

apo-kinimatografistis-melissokomosΣύµφωνα µε τον κ. Μαρούλη, «ξεκίνησα από το µηδέν και µάλιστα δεν µπορούσα να ενταχθώ ούτε σε χρηµατοδοτούµενα προγράµµατα, αφού αυτά ευνοούν όσους έχουν κάποια χρήµατα στην άκρη».

Ειδικότερα, όπως προσθέτει, «άρχισα µε πολύ λίγα µελίσσια, περίπου 15. Τώρα έχω 150 και µια µικρή τυποποιητική µονάδα, ικανοποιητική για τον συγκεκριµένο αριθµό µελισσιών».

Σύµφωνα µε τον κ. Μαρούλη, «η εκµετάλλευσή µου ήταν από την αρχή βιολογική, καθώς ήθελα να παράγω προϊόν πολύ υψηλών προδιαγραφών». Όµως, όπως επισηµαίνει, «µία από τις ιδιαιτερότητες της βιολογικής µελισσοκοµίας είναι ότι δεν µπορείς να προβλέψεις την παραγωγή, καθώς τη µία χρονιά µπορεί να παραχθεί ένας τόνος και την άλλη κανένας ανάλογα µε τις καιρικές συνθήκες. Για παράδειγµα, πέρσι που σηµειώθηκαν Νοτιάδες µε σκόνη, υπήρξε πρόβληµα στην παραγωγή». Όπως τονίζει ο µελισσοκόµος, «λόγω της περιορισµένης παραγωγής η εξαγωγή είναι µονόδροµος, καθώς στο εξωτερικό πληρώνουν σε ικανοποιητικές τιµές για τα µελισσοκοµικά προϊόντα και ειδικά τα βιολογικά».

Συγκεκριµένα, τα προϊόντα του Amorgiano (γύρη, βασιλικός πολτός, πρόπολη, κεραλοιφές, βάµµα πρόπολης, αλλά και κρέµες προσώπου µε βάση την πρόπολη) διατίθενται σε ντελικατέσεν και ιδιώτες στη Γερµανία και τη Γαλλία σε µικρές ποσότητες, αλλά και σε καταστήµατα µε βιολογικά προϊόντα στην Αθήνα.

Επίσης, η µικρή παραγωγή είναι αποτέλεσµα και της τοποθεσίας των µελισσιών, καθώς οι «επιλογές είναι µικρές σε ένα νησί, δεδοµένου ότι τα µελίσσια δεν µπορούν να µεταφερθούν αλλού και εξαρτάσαι από τη φύση της συγκεκριµένης περιοχής».

Ωστόσο, ο κ. Μαρούλης µετακινεί τα µελίσσια του στη Νικουριά, ένα ακατοίκητο νησί κοντά στην Αµοργό, επιδιώκοντας την εξασφάλιση της ποιότητας, καθώς, όπως επισηµαίνει, «τα νησιά µε ξηροθερµικό κλίµα που έχουν σε πολύ µικρή έκταση µεγάλο αριθµό βοτάνων ευνοούν την παραγωγή µελιού πολύ καλής ποιότητας. Αντιθέτως, στο εξωτερικό, ακόµα και µέλια που πωλούνται σε αστρονοµικές τιµές, δεν προσεγγίζουν αυτή την ποιότητα, καθώς προέρχονται όλα από µονοκαλλιέργειες».

Επιπλέον, το µέλι «Amorgiano» είναι άθερµο και αφιλτράριστο, ενώ στόχος του κ. Μαρούλη, όπως υπογραµµίζει, είναι να βελτιώνει συνεχώς την ποιότητα και να αυξήσει τον αριθµό των µελισσιών του στα 300 για να µπορεί να ανταπεξέλθει ακόµα και σε µία δύσκολη χρονιά.

∆ιακρίσεις Ποιότητας
Το θυµαρίσιο µέλι του Amorgiano κέρδισε το 2010 βραβείο ποιότητας στο διεθνή διαγωνισµό βιολογικού µελιού BIOLMIEL, που διοργανώνεται στην Ιταλία, ανάµεσα σε παραπάνω από 200 δείγµατα. Στον ίδιο διαγωνισµό το 2011 πήρε το Χρυσό Βραβείο και το 2012, εκτός από το Χρυσό Βραβείο, που απέσπασε, κέρδισε το Βραβείο Συσκευασίας και το Τρίτο Μεγάλο Βραβείο, το οποίο µονοπωλούνταν ως τότε από τα ισπανικά και ιταλικά µέλια. Επίσης, το µέλι από φασκόµηλο της επιχείρησης κέρδισε το 2012 «Βραβείο Ποιότητας» στον διαγωνισµό BIOLMIEL και το 2013 δύο αστέρια στον παγκόσµιο διαγωνισµό γευσιγνωσίας Great Taste Awards του Λονδίνου.

 

Πηγή: Agronews