Οι δύο μήνες του καλοκαιριού, Ιούλιος – Αύγουστος, είναι η κρισιμότερη περίοδος για τη μελισσοκομία της Ελλάδας. Η αλήθεια αυτή ισχύει για όλη τη χώρα, παρά το γεγονός ότι το ανάγλυφο του εδάφους και οι γεωγραφικές ιδιαιτερότητες (ορεινές περιοχές, πεδιάδες, δεκάδες νησιά κλπ.), δημιουργούν μικροκλίματα που επηρεάζουν διαφορετικά την εξέλιξη των μελισσοσμηνών.
ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΟΥ ΜΕΛΙΣΣΟΚΟΜΟΥ ΤΟΝ ΙΟΥΛΙΟ – ΑΥΓΟΥΣΤΟ
Πολλές μελισσοκομικές εκμεταλλεύσεις στηρίζονται στην παραγωγή μελιού από τις φυτείες βαμβακιού. Πρώτη ενέργεια των μελισσοκόμων είναι η επιλογή της τοποθεσίας μεταφοράς των μελισσιών. Στην περίπτωση του βαμβακιού οι εμπειρίες προηγουμένων ετών δεν είναι το μοναδικό κριτήριο. Χρειάζεται ο μελισσοκόμος να ενημερωθεί προηγουμένως για την πιθανότητα εφαρμογής εντομοκτόνων στην περιοχή. Ο οργανισμός βάμβακος με παγίδες που έχει τοποθετήσει στις διάφορες περιοχές, παρακολουθεί τους πληθυσμούς του πράσινου και ρόδινου σκουληκιού και ανάλογα συστήνει αποφυγή ή εφαρμογή των ραντισμάτων. Τις πληροφορίες αυτές μπορεί να τις έχει ο μελισσοκόμος από τους γεωπόνους του Οργανισμού Βάμβακος, τους γεωπόνους της κάθε Δ/νσης Γεωργίας ή τους γεωτεχνικούς με καταστήματα γεωργικών φαρμάκων. Αποφασιστικής επίσης σημασίας είναι η “ποικιλία” του βαμβακιού. Η αλλαγή ποικιλίας είναι πιθανό να σημαίνει αλλαγή των δεδομένων νεκταροέκκρισης ή μελιτοέκκρισης της προηγούμενης χρονιάς. Στο βαμβάκι δεν χρησιμοποιούμε συνήθως διαφράγματα. Ο γόνος επεκτείνεται σημαντικά, είμαστε έτοιμοι για προσθήκη ορόφων ή φύλλων κηρήθρας εφ’ όσον τα μελίσσια μας δεν έχουν συμπληρώσει τον δεύτερο όροφο. Μας ενδιαφέρει η επέκταση του γόνου, γιατί εκτός των άλλων αποτελεί και την ασφαλιστική δικλείδα για την περίπτωση (που δεν το εύχεται κανείς) της μαζικής απώλειας συλλεκτριών από τα ραντίσματα. Οι εκκολαπτόμενες μέλισσες αναπληρώνουν σ’ ένα ποσοστό αυτές που χάθηκαν και έτσι οι συνέπειες για την συνέχιση εκμετάλλευσης του βαμβακιού ή συνεχόμενης άλλης πηγής (π.χ.πεύκο), δεν είναι καταστροφικές. Σε περιπτώσεις συνενώσεων μελισσιών στο βαμβάκι, ενδιαφερόμαστε αντίθετα, στο μπλοκάρισμα των πλαισίων με νέκταρ, πριν η μέλισσα επεκτείνει τη γέννα της σε πολλά πλαίσια. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις έχουμε και αρκετό γόνο για τη συνέχεια, αλλά προπαντός πολλά πλαίσια με μέλι για τρύγο, απαλλαγμένα από γόνο. Επιτυχημένη συνένωση γίνεται με τη χρήση ούζου ή τσίπουρου με γλυκάνισο. Τα πλαίσια που τρυγιούνται πρέπει να είναι καλά γεμάτα και το μέλι σφραγισμένο, λόγω δε των υψηλών θερμοκρασιών που επικρατούν, οι χειρισμοί των πλαισίων στο τρύγο να είναι προσεκτικοί. Λίγες στροφές της “μηχανής” και 3 – 4 “γυρίσματα” των πλαισίων. Αν είναι δυνατόν αποφεύγουμε να τρυγούμε φρεσκοκτισμένα πλαίσια γιατί σπάζουν πολύ εύκολα. Το νερό συνήθως δεν λείπει, αφού οι καλλιέργειες είναι ποτιστικές ως επί το πλείστον, ενώ η σκίαση των μελισσών είναι επιθυμητή, αλλά πολύ δύσκολα μπορεί κανείς να βρει σκιά στις πεδιάδες της Θεσσαλίας – Μακεδονίας, Στερεάς και Θράκης. Όσοι μελισσοκόμοι πηγαίνουν τακτικά στα βαμβάκια, είναι σωστό να βάφουν άσπρες τις κυψέλες (χρησιμοποιούνται άλλα χρώματα στις προσόψεις των κυψελών) και ν’ ασπρίζουν με ασβεστόνερο τα καπάκια. Δεν είναι σπάνιο οι ψηλές θερμοκρασίες να λειώνουν τα κεριά, ιδιαίτερα αν το μελίσσι δεν έχει αερισμό ή αρκετό πληθυσμό για την συνεχή ανανέωση του αέρα. Για τον ίδιο λόγο τα φύλλα κηρήθρας πρέπει να ενσωματώνονται καλά μέσα στα σύρματα και στη χαραγή του κηρηθροφορέα. Επίσης είναι ασφαλέστερο να τοποθετούνται στα μελίσσια τις απογευματινές ώρες και να αποφεύγεται η τοποθέτησή τους στην άκρη, γιατί εκεί μαζεύονται οι συλλέκτριες και το βάρος τους μπορεί να τις “κόψει” προτού ακόμη κτισθούν. Μετά από το βαμβάκι θ’ αναζητήσουμε γυρεοφόρες ανθοφορίες, όπως καλαμπόκι όψιμο ή κισσό τον Σεπτέμβριο ή μπορούμε να μεταφερθούμε στα πεύκα για την εκμετάλλευση της πρώτης περιόδου μελιτοέκκρισης. Αν όμως παραμείνουμε αρκετά στο βαμβάκι είναι προτιμότερο να παραλείψουμε την πρώτη μελιτοέκκριση του πεύκου (που δεν είναι τόσο σίγουρη) και αφού ανασυγκροτήσουμε τα μελίσσια να πάμε στο πεύκο μετά τις 20 Σεπτεμβρίου. Το βαμβακόμελο είναι καλής ποιότητας μέλι, πολύ ανοικτού χρώματος το οποίο κρυσταλλώνει γρήγορα. Το τελευταίο επηρεάζει και το μέλι που θα τρυγηθεί στο πεύκο το φθινόπωρο, ένα μειονέκτημα που πρέπει να το έχουμε υπ’ όψη μας. Στο βαμβάκι, αν έχουμε δυνατά μελίσσια, είναι ευκαιρία να δοκιμάσουμε την παραγωγή μελιού σε σεξιόν (μελικηρίδια). Η διαφορά τιμής αξίζει την προσπάθεια και η εμπειρία θ’ αποτελέσει οδηγό για την συνέχιση της προσπάθειας και σ’ άλλες ανθοφορίες τις επόμενες χρονιές.


Τα δύο αυτά καλλιεργούμενα για τους σπόρους τους φυτά είναι όχι ασήμαντες πηγές μελιού και παρουσιάζουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά στην εκμετάλλευσή τους. Είναι της ίδιας περίπου εποχής άνθισης (γλυκάνισος από 15 Ιουνίου – 15 Ιουλίου, Ηλίανθος μέχρι τέλους Ιουλίου), το μέλι είναι ανοικτόχρωμο, κίτρινο στον ηλίανθο, σκουρότερο στον γλυκάνισο και δεν αναμιγνύεται εύκολα με άλλες κατηγορίες μελιού, έχουμε μεγάλη φθορά των συλλεκτριών μελισσών, οι οποίες γρήγορα χάνουν το τρίχωμά τους και μαυρίζουν. Η φθορά των συλλεκτριών μελισσών είναι εντονότερη σε ξερικές καλλιέργειες των ανωτέρω φυτών και για τον λόγο αυτό πρέπει ν’ αποφεύγονται από τους μελισσοκόμους. Βροχές τον Μάιο και Ιούνιο ευνοούν τις ξερικές καλλιέργειες, ανεξάρτητα όμως από την περίσσεια εδαφικής υγρασίας, η παραμονή των μελισσιών στον ηλίανθο ή στον γλυκάνισο πρέπει να είναι πολύ σύντομη. Μόλις είναι έτοιμα ορισμένα πλαίσια για τρύγο (στους ορόφους), τρυγούμε και μεταφέρουμε τα μελίσσια μας σε γυρεοφόρες ανθοφορίες. Πρέπει να σημειωθεί ότι μετά τον ηλίανθο ή τον γλυκάνισο τα μελίσσια δεν “τραβούν” στο πεύκο. Αυτό είναι άλλωστε αναμενόμενο, αφού εκτός της φθοράς των συλλεκτριών μελισσών, παρατηρείται και “μπλοκάρισμα του γόνου” από τα μέλια.
Την περίοδο αυτή εμφανίζονται ορισμένα γυρεοφόρα μελισσοκομικά φυτά τα οποία είναι πολύ χρήσιμα για το δυνάμωμα των μελισσιών που έχουν εξασθενίσει δουλεύοντας στις ανθοφορίες που προαναφέραμε. Στην αρχή της περιόδου (μέχρι 15 ιουλίου) έχουμε την καστανιά, που συνεχίζει την άνθισή της από τα μέσα του προηγούμενου μήνα. Τον Αύγουστο στα μεγαλύτερα υψόμετρα, ξεκινά την ανθοφορία της η σουσούρα (φθινοπωρινό ρείκι),για να πετύχει όμως απαιτούνται καλοκαιρινές βροχές, που γενικώς σπανίζουν. Τον Ιούλιο ανθίζει η λυγαριά (καναπίτσα), που κι’ αυτή επιζητείται για την γύρη της. Επίσης τον Ιούλιο είναι ενδιαφέρουσες οι ανθοφορίες στις παραθαλάσσιες βαλτώδεις περιοχές (τσαΐρια) μεταξύ των οποίων τα χαλβάνια (σκιαδανθή) προσφέρουν νέκταρ και γύρη. Η παραμονή στους βάλτους, ευνοεί την εν συνεχεία μεταφορά των μελισσιών στο πεύκο. Ο πολύκομβος στα θερινά σιτηρά, είναι κατάλληλη ανθοφορία για την ανάπτυξη των μελισσιών, ιδίως των παραφυάδων ή των μελισσιών που δεν προορίζονται για παραγωγή μελιού στη συνέχεια. Το τελευταίο, γιατί το μέλι του πολύκομβου με την ιδιάζουσα οσμή και το μαύρο χρώμα, δεν προτιμάται από τους καταναλωτές και αποφεύγεται από τους τυποποιητές. Τέλος δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι την εποχή αυτή σε υψόμετρα πάνω από 1000 μέτρα (Πίνδος – Ροδόπη κ.α) η άνοιξη συνεχίζεται και αρκετοί μελισσοκόμοι, ιδιαίτερα της Ηπείρου που δεν έχουν άλλες διεξόδους, μετακινούνται σ’ αυτές τις περιοχές και το μέλι που παράγεται από τις μέντες, ρίγανες, θυμαράκια κ.α. πολλά φρύγανα, είναι εξαιρετικό.
Πηγή:
Δημήτρης Τσέλλιος
Γεωπόνος , τ. Διευθυντής Ινστιτούτου Μελισσοκομίας ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε







