Περιορισµένη παραγωγή, µείωση της κατανάλωσης, υψηλά αποθέµατα που δίνουν πάτηµα στο εµπόριο να ασκεί πιέσεις στις τιµές, ενώ την ίδια ώρα το κόστος παραγωγής έχει πάρει την «ανηφόρα», αφήνουν «πικρή» γεύση στους µελισσοκόµους, για τη φετινή χρονιά. Και σαν να µην έφταναν αυτά, όπως καταγγέλλουν εκπρόσωποί τους, στη νέα ΚΑΠ, της περιόδου 2023 – 27, το ποσό της ενίσχυσής τους, είναι µειωµένο σε ποσοστό 55%, έναντι της προηγούµενης τριετίας.

«∆εν πήγε καλά η φετινή χρονιά. Ήταν µια µέτρια προς κακή σεζόν και το ακούω αυτό και από τους µεγάλους επαγγελµατίες µελισσοκόµους», ανέφερε στην Agrenda η πρόεδρος του Μελισσοκοµικού Συλλόγου της Θεσσαλονίκης, Ελισάβετ Λαζαρίδου.

∆εν πήγε καλά το βάρεµα τον Οκτώβρη

Σύµφωνα µε την έµπειρη παραγωγό, από τις ανθοφορίες του έτους, το έλατο και η ερείκη, πήγαν αρκετά καλά, ενώ αντίθετα το βελανίδι, το κάστανο, το βαµβάκι, η λεβάντα και τα εσπεριδοειδή, επειδή έχει µειωθεί ο χρόνος της ανθοφορίας τους, λόγω της κλιµατικής αλλαγής, δεν έδωσαν στους παραγωγούς τα αναµενόµενα. «Το πεύκο που είναι το µεγαλύτερο ποσοστό του ελληνικού µελιού σε άλλες περιοχές έδωσε φέτος και σε άλλες όχι. Περιµέναµε το βάρεµα του Οκτωβρίου, µήπως και καταφέρουµε να αντισταθµίσουµε τις απώλειες των προηγούµενων µηνών, αλλά δεν κατέστη δυνατό», µας είπε η κ. Λαζαρίδου, η οποία εξέφρασε και το φόβο ότι µπορεί να χαθούν σηµαντικοί πληθυσµοί από µελίσσια το χειµώνα, διότι τα ρείκια άνθισαν φέτος νωρίς και πλέον έχουν τελειώσει, µε συνέπεια να µην µπορούν να ανανεώσουν πληθυσµούς τα µελίσσια, για να επιβιώσουν την επόµενη χρονιά.

∆ύσκολα στη νοµαδική µελισσοκοµία

Αρνητικά επηρεάζει, επίσης, το αυξηµένο κόστος παραγωγής, ιδίως στο επίπεδο των καυσίµων που αποτελούν καίρια παράµετρο στην άσκηση της νοµαδικής µελισσοκοµίας, µε συνέπεια, όπως µας είπε η πρόεδρος του Μελισσοκοµικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, «πολλοί συνάδελφοι οι οποίοι τα προηγούµενα χρόνια κατέβαζαν τα µελίσσια τους στη Νότιο Ελλάδα για να ξεχειµωνιάσουν, φέτος δεν θα το αποτολµήσουν».

Από τα τρίκιλα στα µισόκιλα οι αγορές καταναλωτή

Αναφορικά µε τις εµπορικές παραµέτρους στην αγορά του µελιού, η κ. Λαζαρίδου σηµείωσε πως το περιβάλλον που έχει διαµορφωθεί δεν είναι καθόλου ευνοϊκό για τον παραγωγό–µελισσοκόµο. «Η οικονοµική δυστοκία στα νοικοκυριά έχει οδηγήσει σε υποκατανάλωση µελιού, το οποίο, κακά τα ψέµατα, δεν θεωρείται ότι είναι είδος πρώτης ανάγκης. Το είδαµε στην πρόσφατη γιορτή µελιού που οργανώσαµε στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Εκεί είπαµε να αυξήσουµε την τιµή στα 10 ευρώ το κιλό, από 8 που ήταν για χρόνια. Ο κόσµος ψώνισε µέλι, αλλά λιγότερες ποσότητες. Για παράδειγµα ενώ το 2019 έπαιρναν τρίκιλα δοχεία, τώρα περιοριζόταν σε αγορές βάζων του µισού ή του ενός κιλού», ανέφερε.

Συµπιέζουν τις τιµές οι έµποροι

Στη χονδρική τα πράγµατα µε την τιµή είναι ακόµη πιο δύσκολα για τους παραγωγούς. Όπως µας πληροφορεί η κ. Λαζαρίδου οι έµποροι, αξιοποιώντας και τις εισαγωγές που κάνουν, έχουν συµπιέσει τις τιµές µεταξύ 2,90 έως και το πολύ 3,5 ευρώ το κιλό, σε κάποιες κατηγορίες µελιού, και δεν βγαίνει καλά – καλά ούτε το κόστος παραγωγής.

Μείωση της επιδότησης

«Η επιδότηση για τους µελισσοκόµους από τα 13,8 εκατ. ευρώ το έτος την περασµένη τριετία, περιορίζεται στα 6,4 εκατ. ευρώ το χρόνο, για την επόµενη 5ετία. Αυτό µας δείχνει πως η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, σε αντίθεση µε τη ρητορική του, φαίνεται πως δεν θέλει να στηρίξει τον κλάδο. Κι αυτό γιατί ενώ υπάρχει µεθοδολογία για την ταυτοποίησή του δεν νοµοθετείται», λέει η πρόεδρος των µελισσοκόµων Θεσσαλονίκης, Ελισάβετ Λαζαρίδου.

Πηγή: agronews