Η μέλισσα Apis mellifera L. είναι κοσμοπολίτικο, κοινωνικό έντομο, με μεγάλη οικονομική και οικολογική σημασία και εμφανίζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η ποικιλομορφία ως προς τις φυλές της.

Η μελέτη μορφομετρικών χαρακτηριστικών ήταν για μεγάλο χρονικό διάστημα ο μοναδικός τρόπος για να περιγραφεί η γενετική ποικιλότητα των μελισσών. Στις πρώτες μελέτες χρησιμοποιήθηκε μικρός αριθμός μορφομετρικών χαρακτήρων, ενώ στη συνέχεια 42 χαρακτήρες. Τελευταία έχει αναπτυχθεί μία μέθοδος, η οποία καλείται γεωμετρική μορφομετρία (geometric morphometry) που βασίζεται στη διαφοροποίηση της νεύρωσης των πτερύγων της μέλισσας.

Αργότερα χρησιμοποιήθηκαν βιοχημικές μέθοδοι (αλλοένζυμα-ισοένζυμα) και σήμερα χρησιμοποιούνται ευρέως οι μοριακοί δείκτες σε έρευνες για τη μελέτη της γενετικής δομής και εξέλιξης της μέλισσας. Τέτοιες μελέτες αναφέρονται στο πυρηνικό DNA, στο μιτοχονδριακό και στο μικροδορυφορικό DNA και γίνεται επίσης συνδυασμός βιοχημικών-μοριακών δεικτών μαζί με μορφομετρική ανάλυση.

Στην Ελλάδα υπάρχουν οι φυλές: A .m. adami (Κρήτη-Ν.Αιγαίο), A .m .carnica (Επτάνησα), A. m. macedonica (Μακεδονία-Θράκη, τμήμα Θεσσαλίας και Ηπείρου), A .m. cecropia (Κεντρική και Ν. Ελλάδα) και στην Κύπρο η A. m. cyprιa, βάσει της μορφομετρικής μελέτης του Ruttner (1988).

Για την ελληνική μέλισσα έχει γίνει μελέτη των μορφολογικών χαρακτήρων των εργατριών μελισσών της Ηπειρωτικής Ελλάδας (Ifantidis 1979), με την οποία δεν είχαν διαπιστωθεί τότε φαινόμενα υβριδισμού. Επίσης έχει μελετηθεί η αλλοενζυμική ποικιλότητα στις μέλισσες της ηπειρωτικής Ελλάδας (Badino et al. 1988). Η μελέτη αυτή είχε δείξει ότι στην Κρήτη υπήρχε τότε αμιγής φυλή, ενώ πληθυσμοί από περιοχές της Κεντρικής και Βόρειας Ελλάδας εμφανίζονταν διαφοροποιημένοι σε σχέση με τους πληθυσμούς των υπολοίπων.

Οι φυλές της ελληνικής μέλισσας τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, μελετώνται μέσω των εξής προσεγγίσεων:

Για τα μορφολογικά γνωρίσματα μετρώνται 12 χαρακτήρες και για την ανάλυση των αποτελεσμάτων κατασκευάζονται φυλογενετικά δένδρα με τη μέθοδο UPGMA χρησιμοποιώντας το υπολογιστικό πακέτο NTSYS (Rohlf 1990). Η ενζυμική προσέγγιση γίνεται με τη χρήση δέκα ενζυμικών συστημάτων: a-GPDH, AO, MDH, ADH, LAP, SOD, ALP, ACPH, ME και EST. Για την επεξεργασία των αποτελεσμάτων αυτής της προσέγγισης και την κατασκευή φυλογενετικών δένδρων με τις μεθόδους UPGMA, Neighbor-Joining και τη μέθοδο της φειδωλότητας Wagner χρησιμοποιούνται τα υπολογιστικά πακέτα BIOSYS-1 (Swofford and Selander 1981 και PHYLIP (Felsenstein 1993). Η μελέτη του μιτοχονδριακού DNA γίνεται με ανάλυση τριών γονιδιακών τμημάτων με την τεχνική των RFLP’s. Η επεξεργασία των αποτελεσμάτων και η κατασκευή των φυλογενετικών δένδρων με τις μεθόδους UPGMA, Neighbor-Joining και τη μέθοδο της φειδωλότητας Dollo γίνεται με τα υπολογιστικά πακέτα REAP (McElroy et al. 1991) και PHYLIP. Τελευταία έχει ξεκινήσει μελέτη της γενετικής δομής των μελισσών μέσω της γεωμετρικής μορφομετρίας.

Η μελέτη της γενετικής δομής των πληθυσμών της μέλισσας (A. mellifera) στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο μέσω όλων των προσεγγίσεων, κατ’ αρχήν δείχνει ότι περιοχές όπως της Κεντρικής Ελλάδας και της Πελοποννήσου εμφανίζονται ως ζώνες υβριδισμού. Πληθυσμοί μελισσών σε απομονωμένα νησιά όπως αυτό της Κάσου, εμφανίζουν αρκετά αμιγή χαρακτηριστικά, ο δε πληθυσμός της Κύπρου εμφανίζεται σαφώς διαφοροποιημένος έναντι των  ελλαδικών πληθυσμών σύμφωνα με τα αποτελέσματα της ενζυμικής έρευνας. Οι πληθυσμοί των μελισσών της Μακεδονίας, διακρίνονται από τους υπόλοιπους, σύμφωνα με τα αποτελέσματα από την έρευνα πολυμορφισμών του mtDNA, όπου βρέθηκαν διαγνωστικά ένζυμα για τους πληθυσμούς αυτούς. Επίσης διακρίνονται οι ελλαδικοί πληθυσμοί από την ιταλική μέλισσα A. m. ligustica με  διαγνωστικά περιοριστικά πρότυπα, από την ανάλυση του mtDNA.

Συμπερασματικά διαπιστώνεται ότι η γενετική δομή των πληθυσμών μελισσών στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο έχει μεταβληθεί, σε σχέση με τις φυλές που υπήρχαν παλαιότερα. Δεν μπορούμε να διακρίνουμε στη Κεντρική και Ν. Ελλάδα συγκεκριμένη φυλή μελισσών, σε σχέση με τη Β. Ελλάδα όπου εμφανίζεται να διατηρείται η Μακεδονική φυλή. Το γεγονός αυτό είναι συνέπεια των μετακινήσεων και των ανεξέλεγκτων αγοραπωλησιών μελισσιών που γίνονται τα τελευταία χρόνια. Τα αποτελέσματα όλων των σχετικών αναλύσεων μπορούν να αξιοποιηθούν για τον έλεγχο των εισαγωγών, αγοραπωλησιών και μετακινήσεων μελισσιών καθώς και για τη γενετική τους βελτίωση, όσον αφορά την παραγωγικότητα και ανθεκτικότητα σε εχθρούς και ασθένειες.

 

Μπουγά Μ.
Εργαστήριο Σηροτροφίας –  Μελισσοκομίας, Γ.Π.Α, mbouga@aua.gr
1ο Επιστημονικό Συνέδριο Μελισσοκομίας-Σηροτροφίας/1st Hellenic Scientific Conference in Apiculture-Sericulture, melinet.gr