Όταν σήμερα μιλάμε για νομαδική μελισσοκομία, το μυαλό μας πηγαίνει σχεδόν αυτόματα σε φορτηγά γεμάτα κυψέλες, σε μετακινήσεις μέσα στη νύχτα και σε μελισσοκόμους που ακολουθούν τις ανθοφορίες από περιοχή σε περιοχή.
Η βασική ιδέα όμως είναι πολύ παλαιότερη από το φορτηγό και την αυτοκινητοβιομηχανία.
Υπάρχουν ιστορικά στοιχεία από την Ολλανδία που μας μεταφέρουν περίπου πέντε αιώνες πίσω, σε μια εποχή όπου οι μελισσοκόμοι φαίνεται ότι είχαν ήδη οργανώσει ένα σύστημα μετακίνησης των μελισσιών τους προς τις περιοχές που πρόσφεραν καλύτερη βοσκή.
Μόνο που τότε τα μελίσσια δεν ταξίδευαν με φορτηγά.
Ταξίδευαν με βάρκες.
Ακολουθώντας τη βοσκή από τον 15ο αιώνα
Η πληροφορία προέρχεται από παλιά αρχεία διοδίων που κατέγραφαν τις βάρκες οι οποίες περνούσαν από συγκεκριμένες πόλεις και σημεία των ποταμών.
Ανάμεσα στα φορτία εμφανίζονται και μελισσοκόμοι που ταξίδευαν με τα μελίσσια τους.
Οι σχετικές καταγραφές φτάνουν πίσω μέχρι τον 15ο αιώνα.
Οι μελισσοκόμοι φόρτωναν τις παραδοσιακές κυψέλες τους στις βάρκες και μετακινούνταν μέσω των ποταμών σε διαφορετικά σημεία της χώρας.
Γιατί να μπει κάποιος σε μια τόσο δύσκολη διαδικασία εκείνη την εποχή;
Η λογικότερη εξήγηση είναι ακριβώς η ίδια που οδηγεί έναν νομάδα μελισσοκόμο να μετακινήσει σήμερα τα μελίσσια του:
H αναζήτηση καλύτερης ανθοφορίας.
Και όσο περισσότερο εξετάζονται οι ιστορικές πηγές, τόσο περισσότερο φαίνεται ότι δεν επρόκειτο απλώς για μεμονωμένες μετακινήσεις.
Υπήρχε ένα ολόκληρο σύστημα νομαδικής μελισσοκομίας, το οποίο φαίνεται να αναπτύσσεται από τον 15ο αιώνα και να φτάνει σε ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο κατά τον 16ο αιώνα.
Χωρίς φορτηγά, αλλά με την ίδια λογική
Έχει ενδιαφέρον να σκεφτούμε πόσο διαφορετικά ήταν τα μέσα και πόσο ίδια παρέμενε η βασική μελισσοκομική σκέψη.
Ο μελισσοκόμος γνώριζε ότι το μελίσσι του εξαρτάται από το τοπίο.
Όταν τελείωνε ή δεν επαρκούσε μια ανθοφορία, υπήρχαν δύο επιλογές: να περιμένει την επόμενη ή να μεταφέρει τις μέλισσες εκεί όπου υπήρχε τροφή.
Σήμερα έχουμε δρόμους, φορτηγά, παλέτες, ανυψωτικά μηχανήματα και σύγχρονες κυψέλες.
Πριν από πέντε αιώνες υπήρχαν ποτάμια και βάρκες.
Η αρχή όμως παρέμενε ίδια:
Δεν περιμένεις πάντοτε την ανθοφορία να έρθει στις μέλισσες· μερικές φορές πηγαίνεις τις μέλισσες στην ανθοφορία.
Μια διαφορετική μελισσοκομική οικονομία
Για να καταλάβουμε όμως γιατί οι μετακινήσεις είχαν τόσο μεγάλη σημασία, πρέπει να δούμε τη μελισσοκομία της εποχής μέσα στο οικονομικό της περιβάλλον.
Το μέλι δεν ήταν απλώς ένα ευχάριστο προϊόν της κυψέλης. Αποτελούσε σημαντική πηγή γλυκαντικής ύλης.
Και το κερί είχε επίσης μεγάλη οικονομική αξία.
Έτσι, μια καλή ανθοφορία μπορούσε να έχει πολύ μεγαλύτερη οικονομική σημασία για τον μελισσοκόμο απ’ ό,τι ίσως φανταζόμαστε σήμερα.
Δεν είναι λοιπόν περίεργο που άξιζε τον κόπο να φορτωθούν τα μελίσσια σε μια βάρκα και να ταξιδέψουν.
Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτό το σύστημα δεν έμεινε σταθερό για πάντα.
Και ο λόγος δεν βρίσκεται μόνο στη μελισσοκομία.
Βρίσκεται κυρίως σε όσα συνέβησαν γύρω της.
Όταν άλλαξε η γεωργία, άλλαξε και η μελισσοκομία
Η σχέση της μέλισσας με τη γεωργία είναι τόσο στενή ώστε μια μεγάλη αλλαγή στο αγροτικό τοπίο αργά ή γρήγορα φτάνει και μέσα στην κυψέλη.
Στην Ολλανδία, οι αλλαγές στις καλλιέργειες και γενικότερα στη χρήση της γης άρχισαν σταδιακά να μεταμορφώνουν το περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργούσε αυτό το παλιό σύστημα μελισσοκομίας.
Καλλιέργειες που κάποτε είχαν μεγάλη σημασία για τις μέλισσες περιορίστηκαν ή αντικαταστάθηκαν.
Μία από αυτές ήταν το φαγόπυρο.
Για τους μελισσοκόμους αποτελούσε σημαντική πηγή νέκταρος και μπορούσε να δώσει χαρακτηριστικό μέλι. Παράλληλα, σε μια εποχή όπου η ζάχαρη δεν είχε τη σημερινή διαθεσιμότητα, το μέλι εξακολουθούσε να έχει σημαντική θέση ως γλυκαντική ύλη.
Όσο όμως άλλαζε η γεωργία, άλλαζαν και οι δυνατότητες των μελισσοκόμων.
Οι παλιές διαδρομές προς τις ανθοφορίες έχαναν σταδιακά μέρος της σημασίας τους.
Από περίπου 250.000 μελίσσια σε 30.000
Το μέγεθος αυτής της αλλαγής αποτυπώνεται εντυπωσιακά στους αριθμούς που αναφέρονται στις ιστορικές πηγές του επεισοδίου.
Γύρω στα μέσα του 19ου αιώνα αναφέρονται περίπου 250.000 μελίσσια στην Ολλανδία.
Μέχρι την περίοδο έναρξης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο αριθμός είχε πέσει περίπου στις 30.000 αποικίες.
Η μεταβολή αυτή δεν παρουσιάζεται απλώς ως αποτέλεσμα ενός μελισσοκομικού προβλήματος.
Συνδέεται με πολύ ευρύτερες αλλαγές στη γεωργία, στις καλλιέργειες, στο τοπίο και στην οικονομική αξία των προϊόντων της κυψέλης.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο μάθημα αυτής της ιστορίας.
Το μελίσσι δεν ζει ανεξάρτητα από το τοπίο
Συχνά εξετάζουμε τα προβλήματα ενός μελισσιού κοιτάζοντας αποκλειστικά μέσα στην κυψέλη.
Ψάχνουμε τη βασίλισσα, τον γόνο, τη Varroa, τις τροφές, τα αποθέματα.
Όλα αυτά είναι απαραίτητα.
Αλλά υπάρχει και ένας μεγαλύτερος παράγοντας που δεν χωράει μέσα σε κανένα πλαίσιο κυψέλης:
το περιβάλλον γύρω από το μελισσοκομείο.
Όταν αλλάζουν οι καλλιέργειες, αλλάζουν οι ανθοφορίες.
Όταν αλλάζουν οι ανθοφορίες, αλλάζει η διαθέσιμη τροφή.
Και όταν αλλάζει η διαθέσιμη τροφή, αναγκαστικά αλλάζει και η μελισσοκομία.
Αυτό που συνέβη πριν από εκατοντάδες χρόνια στην Ολλανδία είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα.
Υπήρχαν απώλειες μελισσιών και πριν από τη Varroa
Η αναζήτηση στα ιστορικά αρχεία ξεκίνησε και από ένα ακόμη ενδιαφέρον ερώτημα:
Υπήρχαν μεγάλες χειμερινές απώλειες μελισσιών και στο παρελθόν;
Η απάντηση φαίνεται πως είναι ναι.
Υπάρχουν παλαιότερες καταγραφές περιόδων κατά τις οποίες χάθηκαν πολλά μελίσσια μέσα στον χειμώνα.
Φυσικά, όταν πηγαίνουμε πενήντα ή εκατό χρόνια πίσω, δεν μπορούμε να αποδίδουμε τις απώλειες στη Varroa, η οποία δεν αποτελούσε τότε το σημερινό πρόβλημα για την ευρωπαϊκή μέλισσα.
Σε αρκετές περιπτώσεις οι απώλειες συνδέονταν με ιδιαίτερα σκληρούς χειμώνες, ενώ σε άλλες οι ιστορικές πληροφορίες μπορούν να δώσουν μόνο ενδείξεις και όχι μια βέβαιη διάγνωση.
Και αυτό είναι σημαντικό να το θυμόμαστε.
Οι χειμερινές απώλειες δεν εμφανίστηκαν μαζί με τη σύγχρονη μελισσοκομία.
Αυτό που έχει αλλάξει είναι οι αιτίες, οι πιέσεις και η δυνατότητά μας να τις κατανοήσουμε.
Σήμερα γνωρίζουμε πολύ περισσότερα για τη Varroa και τους ιούς που σχετίζονται με αυτήν και μπορούμε να αναγνωρίσουμε τον καθοριστικό ρόλο τους στις σύγχρονες απώλειες αποικιών.
Και σήμερα;
Η σημερινή μελισσοκομία στην Ολλανδία είναι αρκετά διαφορετική από εκείνη των προηγούμενων αιώνων.
Αναφέρεται ότι υπάρχουν περίπου 80.000 μελισσοσμήνη στην κορύφωση της περιόδου και περίπου 10.000–12.000 μελισσοκόμοι, αν και οι αριθμοί διαφέρουν ανάλογα με την εκτίμηση.
Οι περισσότεροι είναι μικρής κλίμακας μελισσοκόμοι.
Ο μέσος αριθμός μελισσιών αναφέρεται περίπου στα 5–10 ανά μελισσοκόμο, ενώ η επαγγελματική μελισσοκομία είναι περιορισμένη και επικεντρώνεται περισσότερο στην επικονίαση, ακόμη και σε εξειδικευμένες καλλιέργειες θερμοκηπίου, παρά αποκλειστικά στην παραγωγή μελιού.
Πέντε αιώνες μετά τις βάρκες των παλιών μελισσοκόμων, η εικόνα έχει αλλάξει εντυπωσιακά.
Η βασική σχέση όμως παραμένει ίδια.
Η ιστορία της μελισσοκομίας είναι και ιστορία του τόπου
Ίσως αυτό είναι που αξίζει περισσότερο να κρατήσουμε.
Οι μέλισσες δεν υπάρχουν απομονωμένες από την κοινωνία και τη γεωργία γύρω τους.
Οι καλλιέργειες που επιλέγουμε, ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούμε τη γη, η οικονομική αξία του μελιού και του κεριού, ακόμη και τα μέσα μεταφοράς που διαθέτει κάθε εποχή, διαμορφώνουν τελικά και τον τρόπο με τον οποίο ασκείται η μελισσοκομία.
Πριν από περίπου 500 χρόνια κάποιοι μελισσοκόμοι φόρτωναν τις παραδοσιακές κυψέλες τους σε βάρκες και ταξίδευαν μέσα από τα ποτάμια αναζητώντας καλύτερη βοσκή.
Σήμερα φορτώνουμε κυψέλες σε φορτηγά και κάνουμε ουσιαστικά το ίδιο πράγμα.
Άλλαξαν τα μέσα.
Η μέλισσα όμως εξακολουθεί να μας οδηγεί εκεί όπου ανθίζει ο τόπος.







