Το καπνιστήρι είναι από τα εργαλεία που έχουμε σχεδόν πάντα μαζί μας όταν ανοίγουμε ένα μελίσσι. Το μαθαίνουμε από τα πρώτα μας βήματα στη μελισσοκομία και, με τον καιρό, η χρήση του γίνεται σχεδόν αυτόματη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το χρησιμοποιούμε πάντα σωστά.

Πόσο καπνό πραγματικά χρειάζονται οι μέλισσες; Τι πρέπει να καίμε μέσα στο καπνιστήρι; Γιατί ο καπνός αλλάζει τη συμπεριφορά τους; Και τι συμβαίνει όταν ο καπνός δεν προέρχεται από το δικό μας καπνιστήρι, αλλά από μια μεγάλη δασική πυρκαγιά;

Το τελευταίο ερώτημα αποκτά όλο και μεγαλύτερο ενδιαφέρον, καθώς οι μεγάλες πυρκαγιές και τα παρατεταμένα επεισόδια καπνού επηρεάζουν πλέον πολλές περιοχές. Και εδώ χρειάζεται να ξεχωρίσουμε όσα γνωρίζουμε από όσα ακόμη προσπαθούμε να καταλάβουμε.

Το καπνιστήρι θέλει μέτρο

Αν έπρεπε να κρατήσουμε έναν μόνο κανόνα για τη χρήση του καπνιστηριού, θα ήταν αυτός: με φειδώ.

Είναι εύκολο, ειδικά στα πρώτα χρόνια της μελισσοκομίας, να πέσουμε στην παγίδα του «λίγος ακόμα καπνός». Ανοίγουμε ένα δυνατό μελίσσι, οι μέλισσες αρχίζουν να αντιδρούν και η πρώτη μας κίνηση είναι να καπνίσουμε ξανά. Και μετά ξανά.

Δεν είναι αυτός ο στόχος.

Θέλουμε ένα καπνιστήρι που λειτουργεί σωστά και παράγει πυκνό, λευκό και σχετικά δροσερό καπνό. Δεν θέλουμε φλόγες, υπερβολικά θερμό καπνό ή, ακόμη χειρότερα, αναμμένα σωματίδια να βγαίνουν από το στόμιό του.

Για να γίνει αυτό, αρχικά πρέπει να δημιουργηθεί σωστή καύση στο κάτω μέρος του κυλίνδρου και στη συνέχεια να προστεθεί το κατάλληλο υλικό ώστε η φλόγα να περιοριστεί και το υλικό να σιγοκαίει. Σκοπός είναι να έχουμε αρκετό καπνό και το καπνιστήρι να παραμείνει αναμμένο σε όλη τη διάρκεια της επιθεώρησης.

Ακούγεται εύκολο, αλλά όποιος έχει ασχοληθεί με μελίσσια ξέρει ότι χρειάζεται εξάσκηση. Ένα καπνιστήρι που σβήνει ακριβώς τη στιγμή που το χρειαζόμαστε είναι κάτι που οι περισσότεροι μελισσοκόμοι έχουν αντιμετωπίσει.

Τι βάζουμε μέσα στο καπνιστήρι;

Εδώ ο κάθε μελισσοκόμος έχει συνήθως τη δική του προτίμηση. Το σημαντικό δεν είναι τόσο να υπάρχει ένα και μοναδικό «σωστό» υλικό, όσο να χρησιμοποιούμε φυσικό, καθαρό και ακατέργαστο υλικό που σιγοκαίει και δίνει καλό όγκο δροσερού καπνού.

Μπορούν να χρησιμοποιηθούν πευκοβελόνες, κουκουνάρια, ξερό σαθρό ξύλο και ροκανίδια. Χρησιμοποιούνται επίσης χαρτόνια, αρκεί να μην περιέχουν κόλλες, καθώς και ειδικά pellets που διατίθενται για αυτή τη χρήση.

Κάποιοι προσθέτουν αποξηραμένη λεβάντα, μέντα ή άλλα φυτικά υλικά, κυρίως για την οσμή. Μπορεί επίσης να τοποθετηθεί λίγο πράσινο χορτάρι στο επάνω μέρος ώστε να περιοριστεί η έξοδος πολύ θερμού καπνού.

Αυτό που πρέπει να αποφεύγουμε είναι πολύ πιο ξεκάθαρο: πλαστικά, συνθετικά υλικά, χημικά, κόλλες και γενικά οτιδήποτε έχει υποστεί επεξεργασία και μπορεί κατά την καύση του να απελευθερώσει ανεπιθύμητες ουσίες.

Πώς καπνίζουμε σωστά ένα μελίσσι;

Λίγος καπνός στην είσοδο πριν ανοίξουμε την κυψέλη είναι συνήθως αρκετός για να ξεκινήσουμε. Στη συνέχεια αφαιρούμε το καπάκι χωρίς βιασύνη και, αν χρησιμοποιούμε εσωτερικό καπάκι, μπορούμε να δώσουμε λίγο καπνό από το άνοιγμά του πριν το σηκώσουμε.

Από εκεί και πέρα δεν υπάρχει λόγος να γεμίσουμε ολόκληρη την κυψέλη με καπνό.

Παρατηρούμε πρώτα το μελίσσι και χρησιμοποιούμε τον καπνό εκεί όπου πραγματικά μας χρειάζεται. Για παράδειγμα, στο σημείο όπου πρόκειται να βάλουμε τα δάχτυλά μας για να πιάσουμε και να σηκώσουμε το πρώτο πλαίσιο.

Το πρώτο πλαίσιο βγαίνει αργά. Θέλουμε να αποφύγουμε να συνθλίψουμε μέλισσες ανάμεσα στα πλαίσια και φυσικά να μειώσουμε όσο μπορούμε την πιθανότητα να τραυματιστεί η βασίλισσα.

Αν το πλαίσιο που αφαιρέσαμε δεν έχει γόνο, μπορεί να μείνει προσωρινά έξω ώστε να δημιουργηθεί περισσότερος χώρος για τους επόμενους χειρισμούς. Αν υπάρχει κίνδυνος λεηλασίας, καλύτερα να τοποθετηθεί σε ένα άδειο κουτί που μπορεί να παραμείνει καλυμμένο.

Τα πλαίσια με γόνο, και ιδιαίτερα με ανοιχτό γόνο, δεν είναι καλό να μένουν εκτεθειμένα έξω από την κυψέλη για μεγάλο διάστημα.

Σε μεγάλα ή περισσότερο αμυντικά μελίσσια μπορεί να βοηθήσει και ένα υγρό πανί πάνω από το ανοιχτό κουτί, αφήνοντας ακάλυπτο μόνο το σημείο στο οποίο εργαζόμαστε. Σε αρκετές περιπτώσεις αυτό είναι αποτελεσματικότερο από το να καπνίζουμε συνέχεια όλη την επιφάνεια των πλαισίων.

Και όταν τελειώσει η επιθεώρηση, λίγος καπνός μπορεί να μας βοηθήσει να απομακρύνουμε τις μέλισσες από τα επάνω σημεία των πλαισίων και τα χείλη των κουτιών, ώστε να κλείσουμε την κυψέλη χωρίς να συνθλίψουμε μέλισσες.

Τελικά, γιατί καπνίζουμε τις μέλισσες;

Η φράση που ακούμε συνήθως είναι ότι «ο καπνός ηρεμεί τις μέλισσες». Δεν περιγράφει όμως με ακρίβεια αυτό που συμβαίνει.

Ο καπνός περισσότερο αλλάζει τη συμπεριφορά τους.

Όταν μια μέλισσα κεντρίσει, απελευθερώνονται χημικά σήματα συναγερμού που μπορούν να κινητοποιήσουν και άλλες μέλισσες. Ο καπνός παρεμβαίνει σε αυτή τη χημική επικοινωνία και παράλληλα κάνει τις μέλισσες να απομακρύνονται από το σημείο όπου εφαρμόζεται.

Υπάρχει και μια δεύτερη χαρακτηριστική αντίδραση. Μετά την έκθεση στον καπνό, πολλές μέλισσες κατευθύνονται προς τα αποθέματα τροφής και γεμίζουν τον πρόλοβό τους με μέλι. Η συμπεριφορά τους αλλάζει και η προσοχή τους στρέφεται αλλού.

Αν όμως παρατηρήσουμε ότι πολύ μεγάλος αριθμός μελισσών αρχίζει να γεμίζει τον πρόλοβό του, ίσως αυτό είναι ένα σημάδι ότι το έχουμε παρακάνει με τον καπνό.

Γιατί συμβαίνει αυτή η αντίδραση;

Μια ενδιαφέρουσα εξήγηση συνδέει τη συμπεριφορά με τις δασικές πυρκαγιές που οι μέλισσες αντιμετώπιζαν επί αιώνες στο φυσικό τους περιβάλλον. Σύμφωνα με αυτή την υπόθεση, ο καπνός λειτουργεί σαν προειδοποίηση πιθανής φωτιάς και οι μέλισσες γεμίζουν τον πρόλοβό τους πριν από ενδεχόμενη εγκατάλειψη της φωλιάς.

Κάτι ανάλογο βλέπουμε και πριν από τη σμηνουργία, όταν οι μέλισσες προετοιμάζονται να φύγουν.

Είναι μια λογική και ενδιαφέρουσα θεωρία. Δεν έχουμε όμως άμεση απόδειξη ότι αυτός είναι πράγματι ο εξελικτικός λόγος για τον οποίο εμφανίζεται η συγκεκριμένη αντίδραση.

Μπορούμε να δουλέψουμε χωρίς καπνιστήρι;

Μπορούμε, αλλά δεν είναι πάντα εύκολο.

Υπάρχει ο λεγόμενος υγρός καπνός, ενώ ορισμένοι χρησιμοποιούν ψεκασμό με πολύ λεπτά σταγονίδια νερού ή ζαχαρόνερου. Όταν οι σταγόνες πέσουν πάνω στις μέλισσες, εκείνες αρχίζουν να αυτοκαθαρίζονται ή να περιποιούνται η μία την άλλη και έτσι αλλάζει προσωρινά η συμπεριφορά τους.

Στην πράξη, αυτές οι μέθοδοι δεν φαίνεται να μετακινούν τις μέλισσες τόσο αποτελεσματικά όσο ο κανονικός καπνός και η επίδρασή τους μπορεί να διαρκεί λιγότερο.

Το ζαχαρόνερο έχει και ένα ακόμη πρόβλημα. Σε περίοδο έλλειψης νέκταρος μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο λεηλασίας.

Μπορούμε επίσης να ανοίξουμε ένα μελίσσι χωρίς κανένα από αυτά. Τότε όμως οι κινήσεις πρέπει να είναι πραγματικά ήρεμες. Δεν χτυπάμε τα κουτιά, δεν προκαλούμε κραδασμούς και παρακολουθούμε συνεχώς τη συμπεριφορά των μελισσών.

Και, κυρίως, τις ακούμε.

Ένα μελίσσι που διατηρεί τον συνηθισμένο του βόμβο δεν μας δίνει την ίδια πληροφορία με ένα μελίσσι του οποίου ο ήχος αλλάζει απότομα καθώς προχωρά η επιθεώρηση.

Η εργασία χωρίς καπνό είναι ευκολότερη σε μικρά μελίσσια και παραφυάδες. Σε μεγάλα και πολυπληθή μελίσσια όμως μπορεί πολύ πιο γρήγορα να εμφανιστεί έντονη αμυντική αντίδραση, ιδιαίτερα αν κάνουμε μια απότομη κίνηση, χτυπήσουμε την κυψέλη ή μας πέσει ένα πλαίσιο.

Καπνιστήρι και πυρκαγιά: εδώ δεν χωράει απροσεξία

Υπάρχει κάτι που μερικές φορές ξεχνάμε επειδή χρησιμοποιούμε το καπνιστήρι τόσο συχνά: έχουμε στα χέρια μας ένα μεταλλικό δοχείο μέσα στο οποίο υπάρχει ενεργή καύση.

Το κάτω μέρος και τα τοιχώματά του μπορούν να γίνουν πολύ ζεστά. Γι’ αυτό είναι χρήσιμο να επιλέγουμε καπνιστήρι με προστατευτικό μεταλλικό πλέγμα γύρω από τον κύλινδρο.

Δεν αφήνουμε ποτέ αναμμένο καπνιστήρι πάνω σε ξερό χορτάρι ή άλλη επιφάνεια που μπορεί να αναφλεγεί. Σε πολύ ξηρές περιόδους μπορούμε να το μεταφέρουμε μέσα σε μεταλλικό δοχείο καθώς κινούμαστε από κυψέλη σε κυψέλη.

Όταν τελειώσουμε, βεβαιωνόμαστε ότι το καύσιμο έχει σβήσει εντελώς πριν φύγουμε από το μελισσοκομείο. Ένα μεταλλικό δοχείο που κλείνει καλά είναι μια ασφαλέστερη λύση για τη μεταφορά και αποθήκευσή του.

Σε περίοδο μεγάλης ξηρασίας είναι επίσης συνετό να υπάρχει πυροσβεστήρας κοντά μας και να αποφεύγουμε τη χρήση καπνιστηριού όταν φυσά δυνατός άνεμος.

Μια στιγμή απροσεξίας είναι αρκετή.

Και όταν ο καπνός προέρχεται από δασική πυρκαγιά;

Εδώ τα πράγματα γίνονται πιο περίπλοκα.

Όταν υπάρχει πολύς καπνός στην ατμόσφαιρα, είναι προτιμότερο να περιορίζουμε τις επιθεωρήσεις. Αυτό αφορά πρώτα απ’ όλα τη δική μας υγεία, αφού η έντονη σωματική εργασία μέσα σε αέρα επιβαρυμένο από καπνό δεν είναι κάτι που θέλουμε να κάνουμε χωρίς σοβαρό λόγο.

Υπάρχει όμως και η πλευρά των μελισσών.

Κατά τη διάρκεια έντονων επεισοδίων καπνού έχει παρατηρηθεί ότι οι μέλισσες μειώνουν σημαντικά τις πτήσεις τους. Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο καπνός τις «πνίγει». Υπάρχουν αρκετοί παράγοντες που μπορούν να εξηγήσουν αυτή τη συμπεριφορά.

Ένας από αυτούς είναι η θερμοκρασία. Ο πυκνός καπνός μπορεί να μειώσει τη θερμοκρασία του περιβάλλοντος και οι μέλισσες είναι λιγότερο δραστήριες όταν επικρατούν χαμηλότερες θερμοκρασίες.

Υπάρχει όμως και το θέμα του προσανατολισμού.

Οι μέλισσες χρησιμοποιούν το πολωμένο φως του ουρανού ως ένα από τα συστήματα που τις βοηθούν να προσανατολίζονται κατά τις πτήσεις τους. Η πυκνή αιθαλομίχλη μπορεί να καλύψει ή ακόμη και να παραμορφώσει αυτά τα μοτίβα.

Όσο βαρύτερος είναι ο καπνός, τόσο δυσκολότερος μπορεί να γίνεται ο προσανατολισμός. Η πτήση προς μια πηγή τροφής και, κυρίως, η ασφαλής επιστροφή στην κυψέλη γίνονται πιο απαιτητικές.

Τι γίνεται με τη στάχτη;

Εδώ πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί, γιατί οι γνώσεις μας είναι ακόμη περιορισμένες.

Έχει διατυπωθεί η υπόθεση ότι η στάχτη μπορεί να επηρεάζει την αναπνοή, την όσφρηση, τη γεύση ή άλλες λειτουργίες των εντόμων. Σε μέλισσες όμως που συλλέχθηκαν από περιοχή η οποία είχε επηρεαστεί από τις μεγάλες πυρκαγιές του 2020 δεν βρέθηκε στάχτη μέσα στις τραχείες τους.

Παρόμοια ήταν τα αποτελέσματα σε μελέτη όπου πεταλούδες εκτέθηκαν σε προσομοιωμένες συνθήκες καπνού.

Στις κάμπιες, από την άλλη πλευρά, παρατηρήθηκαν μειωμένη επιβίωση και χαμηλότερος ρυθμός ανάπτυξης. Οι ερευνητές θεώρησαν πιθανότερο το πρόβλημα να σχετίζεται με την κατανάλωση τοξικού υλικού της στάχτης που είχε επικαθίσει πάνω στα φυτά με τα οποία τρέφονταν και όχι τόσο με την αναπνοή της.

Και κάπου εδώ προκύπτει ένα πολύ ενδιαφέρον ερώτημα για τις μέλισσες: θα μπορούσαν η γύρη ή το νέκταρ μετά από μια πυρκαγιά να μεταφέρουν αντίστοιχους ρύπους;

Η απάντηση, τουλάχιστον με βάση όσα γνωρίζουμε μέχρι σήμερα, είναι απλή:

Δεν ξέρουμε ακόμη.

Και είναι προτιμότερο να το λέμε ξεκάθαρα παρά να παρουσιάζουμε μια υπόθεση σαν δεδομένο.

Οι άγριες μέλισσες μετά τη φωτιά

Δεν επηρεάζονται όλες οι μέλισσες με τον ίδιο τρόπο.

Πολλά είδη που φωλιάζουν στο έδαφος κατασκευάζουν τις φωλιές τους αρκετά βαθιά και έτσι μπορούν να επιβιώσουν από μια επιφανειακή πυρκαγιά. Αντίθετα, είδη που χρησιμοποιούν κλαδιά, ξύλο και άλλες κοιλότητες πάνω από το έδαφος είναι περισσότερο εκτεθειμένα.

Οι επιπτώσεις μάλιστα μπορεί να διαρκέσουν. Στο podcast αναφέρεται περίπτωση κατά την οποία πληθυσμοί μικρών ξυλοκόπων μελισσών παρέμειναν μειωμένοι για χρόνια μετά από ένα περιστατικό πυρκαγιάς.

Παράδοξο ίσως, αλλά η εικόνα μπορεί αργότερα να αλλάξει.

Στα χρόνια που ακολουθούν μια φωτιά, η ανάπτυξη ανθοφόρων φυτών στις καμένες εκτάσεις μπορεί να δημιουργήσει νέες και πλούσιες πηγές τροφής. Έτσι, σε ορισμένες περιπτώσεις αυξάνονται ξανά η αφθονία και η ποικιλότητα των άγριων μελισσών.

Από αυτή τη νέα ανθοφορία μπορούν φυσικά να επωφεληθούν και οι μέλισσες των μελισσοκομείων.

Τι μπορούμε να κάνουμε στην πράξη;

Σε περιόδους έντονου καπνού δεν υπάρχει λόγος να ανοίγουμε τα μελίσσια αν δεν είναι πραγματικά απαραίτητο. Περιορίζουμε τη διάρκεια των επιθεωρήσεων και έχουμε υπόψη ότι ένα μελίσσι μπορεί ήδη να βρίσκεται υπό πίεση από άλλους παράγοντες, όπως τα ακάρεα ή τα μειωμένα αποθέματα τροφής.

Σε περιοχές όπου υπάρχει πραγματικός κίνδυνος πυρκαγιάς χρειάζεται να υπάρχει σχέδιο έκτακτης ανάγκης. Αν βρισκόμαστε κοντά σε ενεργό μέτωπο ή σε ζώνη εκκένωσης, δεν διακινδυνεύουμε τη ζωή μας προσπαθώντας την τελευταία στιγμή να μεταφέρουμε κυψέλες.

Γύρω από το μελισσοκομείο είναι καλό να διατηρείται ελεγχόμενη η εύφλεκτη βλάστηση. Εάν μετά από μια φωτιά έχει καταστραφεί η τοπική νομή και η εισροή νέκταρος έχει μειωθεί σημαντικά, μπορεί να χρειαστεί συμπληρωματική τροφοδότηση.

Χρειάζεται επίσης καθαρό νερό. Ρηχά δοχεία με πέτρες ή κλαδάκια μπορούν να προσφέρουν ασφαλή πρόσβαση στις μέλισσες και στους υπόλοιπους επικονιαστές, αρκεί φυσικά το νερό να μην έχει επιβαρυνθεί από στάχτη.

Μετά από μια πυρκαγιά δεν είναι πάντοτε καλή ιδέα να καθαρίζεται αμέσως και επιθετικά ολόκληρη η περιοχή. Ξερό ξύλο και άκαυστα στελέχη μπορούν να αποτελέσουν θέσεις φωλιάσματος για άγριες μέλισσες, ενώ φυτά που έχουν υποστεί ελαφριά ζημιά μπορεί σύντομα να αναβλαστήσουν και να δώσουν πολύτιμη τροφή στους επικονιαστές.

Λίγος καπνός, περισσότερη προσοχή

Το καπνιστήρι δεν είναι εργαλείο που χρησιμοποιούμε για να «βομβαρδίσουμε» ένα μελίσσι με καπνό μέχρι να σταματήσει να αντιδρά.

Χρησιμοποιούμε όσο χρειάζεται και εκεί όπου χρειάζεται.

Λίγος σωστά τοποθετημένος καπνός μπορεί να μας επιτρέψει να δουλέψουμε πολύ πιο ήρεμα από μια συνεχή και υπερβολική χρήση. Παρατηρούμε το μελίσσι, ακούμε τις μέλισσες και προσαρμόζουμε τους χειρισμούς μας στη συμπεριφορά τους.

Και υπάρχει και κάτι ακόμη σημαντικότερο, ειδικά μέσα στο καλοκαίρι και σε περιόδους ξηρασίας.

Το καπνιστήρι έχει φωτιά μέσα του.

Η ασφάλεια επομένως δεν τελειώνει όταν κλείσουμε την τελευταία κυψέλη. Πριν φύγουμε από το μελισσοκομείο πρέπει να είμαστε απολύτως βέβαιοι ότι δεν αφήνουμε πίσω μας τίποτα που θα μπορούσε να προκαλέσει πυρκαγιά.

Ο καπνός είναι ένα πολύτιμο εργαλείο στα χέρια του μελισσοκόμου. Αρκεί να τον χρησιμοποιούμε με μέτρο, γνώση και σεβασμό — τόσο προς τις μέλισσες όσο και προς το περιβάλλον.