Η απουσία ενός αξιόπιστου ελεγκτικού μηχανισμού θολώνει την εικόνα της κορυφαίας ποιότητας που έχει κατακτήσει διεθνώς το ελληνικό μέλι.Η Ελλάδα έχει τη μεγαλύτερη κατανάλωση μελιού σε ευρωπαϊκό επίπεδο (1,620 κιλά κατά κεφαλήν) και είναι τρίτη στην Ευρώπη σε παραγωγή και πρώτη σε πυκνότητα μελισσιών (11 μελίσσια ανά τετρ. χλμ.)

Εκτεταμένες ελληνοποιήσεις και νοθεία δυσφημούν το ελληνικό μέλι, εξαπατούν τον καταναλωτή, δημιουργούν αθέμιτο ανταγωνισμό και αποθαρρύνουν τους παραγωγούς, οδηγώντας ορισμένους ακόμα και σε εγκατάλειψη του επαγγέλματος, την ώρα που χιλιάδες νέοι επιχειρούν να γίνουν μελισσοκόμοι, αναζητώντας επαγγελματικές διεξόδους μέσα στην κρίση.

Στη χώρα με τη μεγαλύτερη κατανάλωση μελιού σε ευρωπαϊκό επίπεδο (1,620 κιλά κατά κεφαλήν), τρίτη στην Ευρώπη σε παραγωγή και πρώτη σε πυκνότητα μελισσιών (11 μελίσσια ανά τετρ. χλμ.), η απουσία ενός αξιόπιστου ελεγκτικού μηχανισμού θολώνει την εικόνα της κορυφαίας ποιότητας που έχει κατακτήσει διεθνώς το ελληνικό μέλι ως αγνό προϊόν υψηλής διατροφικής αξίας.

Το Εργαστήριο Μελισσοκομίας του ΑΠΘ έχει αποδείξει με ελέγχους και στοιχεία αυτό που είναι κοινό μυστικό στον χώρο, δηλαδή τη διοχέτευση εισαγόμενου μελιού στην αγορά ως ελληνικό.

Επί τρία χρόνια αναζήτησε συστηματικά το εισαγόμενο μέλι στην ελληνική αγορά, αξιοποιώντας τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας.

Ενώ η νομοθεσία απαιτούσε την υποχρεωτική αναγραφή της χώρας τρύγου για το εισαγόμενο μέλι τρίτων χωρών, δεν βρέθηκε ούτε ένα κιλό μέλι με ένδειξη ετικέτας προέλευσης Ουγγαρίας, Ρουμανίας, Αιγύπτου, Αργεντινής, Αυστραλίας, Κίνας και Τουρκίας, παρόλο που είχαν εισαχθεί από τις συγκεκριμένες χώρες 3.696 τόνοι μελιού! (οι ετήσιες εισαγωγές είναι κατά μέσον όρο στους 3.000 τόνους).

Οι καταγγελίες της Ομοσπονδίας Μελισσοκομικών Συλλόγων μιλούν ακόμα και για μείγματα σιροπιού από… ρύζι και παντζάρι που εισάγονται από την Κίνα αναμειγνύονται με ελληνικό μέλι και πωλούνται ως τέτοιο.

«Το 2015 η ΕΕ ανέθεσε σε μεγάλα εργαστήρια μελιού να βρουν την κατάλληλη ταχεία μέθοδο ανάλυσης, ώστε να εντοπίζεται η προέλευση και η σύστασή του. Διαπιστώθηκε από τις αναλύσεις ότι το κινεζικό -μέλι- ήταν ένα μείγμα σιροπιού από ρύζι και παντζάρι», είπε στον «Αγρότη» ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας, Βασίλης Ντούρας, και προσέθεσε: «Μετά απ’ αυτό περιορίστηκαν στο ελάχιστο οι εισαγωγές από την Κίνα, αλλά μας ήρθαν 500 τόνοι από την Πολωνία, που δεν έχει μεγάλη δική της παραγωγή. Ακόμη δεν έχει βρεθεί μια αξιόπιστη μέθοδος γρήγορης ανάλυσης από την Κομισιόν, και έτσι υπάρχει περιθώριο σε κάποιους να εξαπατούν την αγορά».

Ο ομότιμος καθηγητής Μελισσοκομίας του ΑΠΘ, Ανδρέας Θρασυβούλου, θεωρεί τη συγκεκριμένη περίπτωση ως ακραίας μορφής «κουτή» νοθεία, που μπορεί να διαπιστωθεί εύκολα, και εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι επιτήδειοι, νοθεύοντας ή «βαπτίζοντας» και πουλώντας ως εγχώριο το υποβαθμισμένο μέλι που εισάγουν από άλλες χώρες, μεταξύ αυτών και η Κίνα.

«Οι Κινέζοι έχουν κάνει εκπτώσεις στις προδιαγραφές ποιότητας για να ρίξουν τις τιμές. Η υγρασία στο μέλι που παράγεται από μέλισσα δεν πρέπει να είναι πάνω από 18%, γιατί μετά ξινίζει και χαλάει. Η ΕΕ έχει βάλει ως όριο το 20%. Αντίθετα η Κίνα έχει τρεις κατηγορίες, από τις οποίες έχει μόνο την ΑΑΑ ποιότητα με υγρασία 20%, την Α ποιότητα με 22% και το κανονικό με 26%.

Ενας έμπορος λοιπόν εισάγει το μέλι με 26% υγρασία, αφαιρεί την υγρασία, το ζεσταίνει για να καταστρέψει τα ένζυμα για να μην ξινίσει, το αναμειγνύει με λίγο εγχώριο και το πουλάει ως εγχώριο», λέει στον «Αγρότη» ο κ. Θρασυβούλου και προσθέτει: «Η άλλη νοθεία είναι με το λεγόμενο φιλτραρισμένο μέλι, από το οποίο έχει αφαιρεθεί η γύρη. Η γεωγραφική προέλευση προκύπτει από την ανάλυση των γυρεόκοκκων.

 

«Μπήκαν στο επάγγελμα 8.000 νέοι, από τους οποίους εκτιμώ ότι δεν θα μείνουν ούτε οι 800», λέει ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Μελισσοκομικών Συλλόγων, Βασίλης Ντούρας

 

Παίρνει ο Ευρωπαίος έμπορος το υποβαθμισμένο μέλι χωρίς γεωγραφική ένδειξη, το αναμειγνύει με δικό του, ώστε να βρίσκει ο έλεγχος τους γυρεόκοκκους και το πουλάει ως εγχώριο».

Τρεις λύσεις
«Κανείς μέχρι σήμερα δεν έχει κατηγορηθεί επίσημα και κανείς δεν καταδικάστηκε για την απάτη», λέει ο κ. Θρασυβούλου και προτείνει τρεις άμεσα εφαρμόσιμες λύσεις: ? Υποχρεωτική καταγραφή στο βιβλίο αποθήκης της ποσότητας εισαγωγής και διακίνησης του εισαγόμενου μελιού, με υποχρεωτικά παραστατικά σε όλη την πορεία και αυστηρές κυρώσεις για τους παραβάτες.

• Εργαστηριακό έλεγχο μέσω αναγνώρισης των γυρεόκοκκων και των πτητικών αρωματικών ουσιών του.

• Πιστοποίηση του εγχώριου προϊόντος με ανάπτυξη μηχανισμών απονομής ελληνικού σήματος στους μελισσοκόμους και τους Ελληνες τυποποιητές.

«Αν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί λειτουργήσουν όπως πρέπει, το πρόβλημα θα λυθεί. Αν όχι, η ελληνική μελισσοκομία θα σβήσει», λέει στον «Αγρότη» ο Ιωάννης Καραδήμος, διευθυντής του Μελισσοκομικού Συνεταιρισμού ΣΙΘΩΝ στη Χαλκιδική, του δεύτερου μεγαλύτερου στην Ελλάδα, ο οποίος διακινεί κατ’ έτος 600 τόνους μελιού που παράγουν 700 μελισσοκόμοι της περιοχής και εξάγει σε 11 χώρες περίπου το 20% της παραγωγής.

 

«Η άλλη νοθεία είναι με το λεγόμενο φιλτραρισμένο μέλι, από το οποίο έχει αφαιρεθεί η γύρη», τονίζει ο ομότιμος καθηγητής Μελισσοκομίας του ΑΠΘ, Ανδρέας Θρασυβούλου

 

«Οταν βλέπει ο καταναλωτής στο ράφι ελληνικό μέλι με 4 ευρώ το κιλό, πρέπει να ξέρει ότι σε καμία περίπτωση δεν είναι ελληνικό. Είναι κινέζικο μέλι που έχει έρθει μέσω Βουλγαρίας και έχει αναμειχθεί με λίγο ελληνικό», προσθέτει.

«Αλλες φορές βγάζεις τριπλό μεροκάματο, άλλες έχεις ζημιά»

Μία από τις πιο δύσκολες χρονιές για το ελληνικό μέλι ήταν το 2016, με σημαντική πτώση τόσο της παραγωγής όσο και της κατανάλωσης, ενώ και το 2017 κάθε άλλο παρά ξεκίνησε ευνοϊκά.

Οι καιρικές συνθήκες ήταν δυσμενείς, λόγω κυρίως της παρατεταμένης ξηρασίας, με επιστέγασμα τον πρόσφατο παγετό, που έπληξε μελισσοσμήνη στη Βόρεια Ελλάδα και όχι μόνο, ενώ μεγάλες απώλειες επέφεραν και οι καταστροφικές πυρκαγιές του καλοκαιριού σε Θάσο και Εύβοια, καθώς και οι πλημμύρες στην Πελοπόννησο και άλλες περιοχές της χώρας. Ενα μέρος της ζημιάς αποδίδεται από τους μελισσοκόμους και στη νοζεμίαση, μια νόσο του πεπτικού συστήματος των μελισσών, που μαζί με το παρασιτικό ακάρι βαρρόα αποτελούν τις κύριες απειλές για τον κλάδο.

Το 80% της παραγωγής μελιού διακινείται χέρι με χέρι ή πωλείται στις λαϊκές αγορές και το 20% διοχετεύεται μέσα από συνεταιρισμούς και συσκευαστήρια. Για τον λόγο αυτόν είναι ασαφή τα πραγματικά μεγέθη του κλάδου, για τα οποία οι απόψεις διίστανται.

Το Εργαστήριο Μελισσοκομίας εκτιμά πως υπάρχουν στη χώρα 1,5 εκατ. μελίσσια και δραστηριοποιούνται 16.000-17.000 μελισσοκόμοι, που παράγουν ετησίως περίπου 15.000 τόνους μελιού.

Από την πλευρά της, η Ομοσπονδία Μελισσοκόμων διπλασιάζει την παραγωγή στους 30.000 τόνους και αυξάνει τους παραγωγούς σε 25.000, ενώ τα μελίσσια εκτιμώνται σε 2 εκατομμύρια.

Στα χρόνια της κρίσης ο αριθμός των απασχολούμενων με το μέλι αυξήθηκε κατά 30%.

8.000 νέοι
«Μπήκαν στο επάγγελμα 8.000 νέοι, από τους οποίους εκτιμώ ότι δεν θα μείνουν ούτε οι 800, αλλά θα μπουν άλλοι στη θέση τους και ούτω καθ’ εξής. Η μελισσοκομία βρίσκεται σε ράγες και κινείται, αλλά χρειάζεται υποδομή και γνώση. Ανεργοι νέοι παρακολουθούν σεμινάρια μελισσοκομίας, ενημερώνονται και από το Ιντερνετ και μπαίνουν στο επάγγελμα, γιατί κάποιοι τους φουσκώνουν τα μυαλά ότι είναι χρυσοφόρο», λέει ο κ. Ντούρας και προσθέτει: «Μπορούν να ζήσουν κι άλλοι από το μέλι, αλλά όχι με αυτές τις συνθήκες. Για να ασχοληθεί κάποιος επαγγελματικά χρειάζεται τουλάχιστον 100 μελίσσια για να ξεκινήσει και μια ολόκληρη υποδομή, που περιλαμβάνει αποθήκη, φορτηγό για τη μεταφορά, δοχεία αποθήκευσης, εργαλεία και ειδικό εξοπλισμό. Είναι μια επένδυση τουλάχιστον 100.000 ευρώ και πρέπει να ξέρει πως κάποιες χρονιές μπορεί να μπαίνει και μέσα. Αλλες φορές βγάζεις τριπλό μεροκάματο, άλλες έχεις ζημιά. Ετσι είναι αυτό το επάγγελμα».

ΒΑΣΙΛΗΣ ΙΓΝΑΤΙΑΔΗΣ

www.ethnos.gr

SHARE