Tο πεύκο αποτελεί αναμφισβήτητα το πολυτιμότερο μελισσοκομικό φυτό της χώρας μας. Το πευκόμελο είναι η βάση της παραγωγής μελιού στην Ελλάδα, με ποσοστό 60% περίπου της συνολικής παραγωγής και είναι μέλι εξαιρετικής ποιότητας. Το μελίτωμα στο πεύκο προέρχεται από το κοκκοειδές Marchalina hellenica (εργάτης), που εγκαθίσταται κυρίως στις σχισμές του ξηρόφλοιου και περιβάλλεται με μια κηρώδη άσπρη ουσία την χαρακτηριστική βαμβακάδα που εκκρίνει το ίδιο από το δέρμα του. Οι μελιτώδεις εκκρίσεις αρχίζουν από τον Αύγουστο μέχρι την άνοιξη. Οι περίοδοι εκκρίσεων από τον Αύγουστο μέχρι τον Οκτώβριο, είναι αυτές που αξιοποιούνται κυρίως για την παραγωγή πευκόμελου, ενώ την ψυχρή περίοδο του έτους οι εκκρίσεις παραμένουν ανεκμετάλλευτες γιατί οι μέλισσες δεν πετούν για να συλλέξουν το μελίτωμα. Και η ανοιξιάτικη όμως μελιτοέκκριση, είναι πολύ σημαντική για την αποθήκευση τροφών που συντελούν στην περαιτέρω ανάπτυξη των μελισσοσμηνών.

Πέρα από τη μεγάλη παραγωγή που προσφέρει το πεύκο εμφανίζει και άλλα πλεονεκτήματα όπως: Μεγάλη σταθερότητα στη μελιτοέκκριση, μεγάλη μελισσοχωρητικότητα, παρατεταμένη περίοδο εκμετάλλευσης, τα μελισσοσμήνη στα πευκοδάση είναι εξασφαλισμένα από ψεκασμούς, δεν εμφανίζονται τα δυσάρεστα φαινόμενα της λεηλασίας και της παραπλάνησης των μελισσών, εξασφαλίζονται τα μελίσσια από μέλι σαν απόθεμα τροφών.

Pinus Ηalepensis
Pinus Ηalepensis

Το πεύκο όμως παρουσιάζει και ορισμένα μειονεκτήματα. Το σπουδαιότερο είναι η κατακόρυφη πτώση της γέννας της βασίλισσας που έχει σαν αποτέλεσμα την σημαντική μείωση του πληθυσμού των μελισσοσμηνών μετά από αρκετό χρόνο παραμονής στο πεύκο. Αυτό το φαινόμενο προκαλεί δύο ανεπιθύμητες καταστάσεις: τη μη πλήρη αξιοποίηση της μελιτοέκκρισης λόγω αδυνατίσματος των μελισσιών και φυσικά απώλειας σημαντικών ποσοτήτων μελιού και απώλεια των μελισσοσμηνών κατά την περίοδο του χειμώνα.

Το μέλι από πεύκο δεν κρυσταλλώνει και είναι πλουσιότερο σε ιχνοστοιχεία , πρωτεΐνες, αμινοξέα και έχει λιγότερες θερμίδες.

 

Στην Ελλάδα βρίσκουμε 8 είδη πεύκου που είναι αυτοφυή :

Το κοινό πεύκο (επιστ. Χαλέπιος πεύκη – P. halepensis), γνωστό με την ονομασία Χαλέπιος Πεύκη . Βρίσκεται στη Στερεά Ελλάδα, Εύβοια, στα Νησιά του Αιγαίου, στη Χαλκιδική, στα νησιά του Ιονίου, σχηματίζοντας δάση. Αναπτύσσεται σε χαμηλό υψόμετρο, μέχρι 1000 μέτρα. Προτιμά τις ξερές και ζεστές περιοχές και τα ασβεστολιθικά εδάφη που δεν συγκρατούν υγρασία. Από το δέντρο αυτό συλλέγεται το ρετσίνι , που προστίθεται στο κρασί για τη δημιουργία της γνωστής ρετσίνας. Το ξύλο του είναι μέτριας ποιότητας. Ο βλαστός του χρησιμοποιείται στη βυρσοδεψία.

 Το Θασίτικο πεύκο ή Τραχεία πεύκη επιστ. P. brutia,που μοιάζει με το κοινό, έχει μεγαλύτερο όγκο και ύψος από αυτό, σκληρές και χοντρές βελόνες. Υπάρχει στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, τη Χαλκιδική, τη Θράκη, τη Θάσο, την Κρήτη και τη Μικρά Ασία.

 Το μαυρόπευκο επιστ. Μαύρη πεύκη – P. nigra, ψηλό δέντρο που φτάνει σε ύψος και τα 45 μέτρα. Τα κουκουνάρια του είναι μικρά και οι βελόνες του μετρίου μεγέθους. Βρίσκεται σε δάση στην οροσειρά της Πίνδου, στα βουνά της Μακεδονίας, ενώ λίγα υπάρχουν και στα βουνά της Κρήτης και της Λέσβου. Το ξύλο του έχει ερυθρωπό χρώμα εσωτερικά, είναι καλής ποιότητας, χρησιμοποιείται στις οικοδομές, στη ναυπηγική και σαν στύλος στήριξης καλωδίων μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος.

– Το δασόπευκο, λιάχα ή Δασική πεύκη επιστ. Πεύκη η αγρία – P. sylvestris, με κιτρινοκόκκινο φλοιό, μεγάλο ύψος που φτάνει και τα 50 μέτρα. Τα κουκουνάρια του είναι μικρά και ωοειδή, χρώματος γκριζοκάστανου. Ο κορμός του ίσιος με μεγάλες ρωγμές. Βρίσκεται σε μερικά όρη της βορείου Ελλάδας και όταν είναι γέρικο γυμνώνεται αφήνοντας μία τούφα στη κορυφή του. Το ξύλο του είναι γνωστό με την ονομασία κόκκινη ξυλεία, ερυθρωπό εσωτερικά και σκληρό, και χρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη για τη παρασκευή ξυλοπολτού για χαρτί, στις οικοδομικές κατασκευές και στη ναυπηγική.

 Το βουνόπευκο επιστ. Πεύκο μούγκο – Pinus mugo, μικρό με λεπτό ίσιο κορμό, μικρά κουκουνάρια, βρίσκεται σε περιοχές της Θράκης και της Μακεδονίας σε υψόμετρο μέχρι 2000 μέτρα.

 Το Μακεδονίτικο ή Βαλκανικό πεύκο επιστ. P.peuce – Πεύκη η πεύκη. Φυτρώνει σε υψόμετρο από 600 μέχρι 2.300 μέτρα, φτάνοντας συχνά στην αλπική ζώνη. Τα ώριμα δέντρα έχουν ύψος 35-40 μέτρα και διάμετρο κορμού 1,5 μέτρο, απαντάται στην οροσειρά της Ροδόπης και στον Βόρα, αλλά κυρίως φύεται στην Αλβανία και Βουλγαρία.

 Η Κουκουναριά ή ήμερο πεύκο επιστ. P. pinea – Πεύκη η πίτυς, είναι πυκνό, ψηλό και σχηματίζει “ομπρέλα”. Τα κουκουνάρια του είναι μεγάλα, με μεγάλα σκληρά σπόρια. Φύεται σε παραθαλάσσιες ή πεδινές περιοχές, κυρίως στις Σποράδες αλλά και στη Χαλκιδική, Στερεά και Πελοπόννησο. Απαντά επίσης στις περισσότερες περιοχές της Μεσογείου. Το ξύλο του χρησιμοποιείται σαν στρογγυλή ξυλεία και παραγωγή σανιδωμάτων (παρκέ). Τα σπόρια του , γνωστά και αυτά με την ονομασία κουκουνάρια, χρησιμοποιούνται στη μαγειρική και τη ζαχαροπλαστική.

 Τέλος το ρόμπολο ή λευκόδερμο επιστ. Λευκόδερμη πεύκη – P. leucodermis, με σταχτίλευκο φλοιό, ενώ οι βελόνες του σχηματίζουν τούφες στις άκρες των κλαδιών. Ο κορμός είναι χοντρός και ίσιος, το ίδιο και τα κλαδιά. Βρίσκεται σε πετρώδη και ορεινά εδάφη στη Βόρεια Ελλάδα. Εξαιτίας του αρωματικού του ξύλου είναι ιδανικό για την κατασκευή βαρελιών. Χρησιμοποιείται επίσης στην κατασκευή διαφόρων εργαλείων γιατί δεν σαπίζει.

 

Πηγές: [ Η μελισσοκομική χλωρίδα (Δ.Τσέλλιος), melinet.gr, wikipedia.org ]