Οι µέλισσες είναι έντοµα κοινωνικά και ζουν σαν µια µεγάλη οικογένεια, η οποία αποτελείται από µια βασίλισσα (αναπαραγωγικό θηλυκό), καθόλου έως µερικές εκατοντάδες κηφήνες (αρσενικά) και µερικές χιλιάδες εργάτριες (στείρα θηλυκά). Για πολλά χρόνια, η κληρονοµικότητα στις µέλισσες δε µπορούσε να γίνει κατανοητή, κυρίως λόγω της αδυναµίας ελέγχου των συζεύξεων.

Μεταξύ των ζωντανών οργανισµών υπάρχουν διαφορές και οµοιότητες. Τα κληρονοµικά χαρακτηριστικά βρίσκονται καταγεγραµµένα στο γενετικό υλικό και αποτελούν τον γονότυπο του οργανισµού. Η έκφραση κάποιων από τα χαρακτηριστικά αυτά επηρεάζεται από το περιβάλλον. Όταν έχουµε αλληλεπίδραση του γονότυπου µε το περιβάλλον, τα χαρακτηριστικά που διαφοροποιούνται αποτελούν τον φαινότυπο.

Στις µέλισσες παρατηρείται το φαινόµενο του πολυµορφισµού, το οποίο σχετίζεται τόσο µε τον γονότυπο, όσο και µε τον φαινότυπο. Ο διµορφισµός µεταξύ αρσενικών (κηφήνων) και θηλυκών (βασίλισσα-εργάτριες) ατόµων καθορίζεται από γενετικούς παράγοντες. Αντίθετα, ο διµορφισµός µεταξύ της εργάτριας (στείρο θηλυκό) και της βασίλισσας (γόνιµο θηλυκό) σχετίζεται µε µη-γενετικούς παράγοντες, όπως είναι η διατροφή, το µέγεθος του κελιού κλπ. Στις µέλισσες, ο πολλαπλασιασµός γίνεται τόσο εγγενώς, όσο και αγενώς. Η εγγενής αναπαραγωγή (γονιµοποιηµένο αυγό) έχει ως απόγονο το θηλυκό άτοµο, σε αντίθεση µε την παρθενογένεση (αγονιµοποίητο αυγό), από την οποία θα γεννηθεί κηφήνας. Οι κηφήνες έχουν απλοειδείς πυρήνες, µε 16 χρωµοσώµατα, σε αντίθεση µε τους διπλοειδείς πυρήνες των θηλυκών ατόµων, που έχουν 32 χρωµοσώµατα.

 

Βελτίωση με επιλογή

Ένας από τους κλασικούς και παραδοσιακούς τρόπους βελτίωσης είναι η επιλογή. Η επιτυχής βελτίωση στην περίπτωση της µελισσοκοµίας, περιλαµβάνει 4 στάδια:

1. Επιλογή. Η επιλογή του γενετικού υλικού µε τα επιθυµητά χαρακτηριστικά αποτελεί το βασικότερο στάδιο της βελτίωσης. Τα επιθυµητά κριτήρια θα αναφερθούν παρακάτω. Η επιλογή αφορά σε βασίλισσες, των οποίων τα µελίσσια ξεχωρίζουν συγκριτικά µε άλλα, αλλά και σε κηφήνες που µπορεί να έχουν κάποια επιθυµητά χαρακτηριστικά, όπως το χρώµα, η µακροβιότητα, η ανθεκτικότητα σε εντοµοκτόνα και ασθένειες κλπ.

2. Γενετική παραλλακτικότητα. Οι µέλισσες διαφέρουν πολύ από περιοχή σε περιοχή, καθώς οι συνθήκες του περιβάλλοντος επηρεάζουν την έκφραση του γονότυπου. Η φυσική παραλλακτικότητα µιας περιοχής είναι επιθυµητή σε ένα πρόγραµµα βελτίωσης.

3. Ελεγχόµενες συζεύξεις. Όταν βρεθούν τα µελίσσια που έχουν τα επιθυµητά χαρακτηριστικά, γίνονται ελεγχόµενες συζεύξεις και ελέγχονται οι παραγόµενοι απόγονοι. Αυτές οι συζεύξεις γίνονται µε φυσικό τρόπο, µεταφέροντας τα µελίσσια σε περιοχή όπου δεν υπάρχουν άλλες µέλισσες σε ακτίνα τουλάχιστον 5 Km. Εναλλακτικά, γίνονται µε τη µέθοδο της τεχνητής σπερµατέγχυσης, κατά την οποία βασίλισσες γονιµοποιούνται τεχνητά µε σπέρµα από τους επιλεγµένους κηφήνες.

4. ∆ιατήρηση του γενετικού υλικού. Η διατήρηση του γενετικού υλικού που παρήχθη θα πρέπει να είναι δυναµική, και όχι στατική. Η διαδικασία θα πρέπει να συνεχίζεται και τα επιλεγµένα µελίσσια να διατηρηθούν σε αποµονωµένες περιοχές, όπου δεν υπάρχει άλλο γενετικό υλικό.

 

Κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη κατα τη βελτίωση

Τα κριτήρια που αναφέρονται παρακάτω ακολουθούνται σε οργανωµένα πειράµατα βελτίωσης των µελισσών. Όµως, ο κάθε παραγωγός µπορεί να επιλέγει µελίσσια µε τα επιθυµητά χαρακτηριστικά, από τα οποία θα παράγει τις δικές του βασίλισσες. Με αυτόν τον τρόπο, θα µπορεί να βελτιώνει σταδιακά τα µελίσσια στο µελισσοκοµείο του.

• Ο πληθυσµός του µελισσιού. Ένα δυνατό µελίσσι είναι σε θέση να δώσει µεγαλύτερη παραγωγή, αλλά και να αντιµετωπίσει ευκολότερα τις αντιξοότητες.

• Η παραγωγή µελιού. Παρότι η παραγωγή µελιού συνδέεται άµεσα µε τον πληθυσµό ενός µελισσιού, κάποια µελίσσια αποθηκεύουν περισσότερο µέλι από άλλα.

• Η επιθετικότητα των µελισσιών. Προτιµώνται µελίσσια ήρεµα, µε µικρότερη διάθεση για επίθεση. Αυτά διευκολύνουν τους µελισσοκοµικούς χειρισµούς.

• Η ποσότητα και η εµφάνιση του γόνου. Υπάρχουν βασίλισσες που γεννάνε µε µεγαλύτερο ρυθµό από άλλες. Επίσης, καλή όψη του γόνου θεωρείται η συµπαγής, χωρίς άδεια κελιά ενδιάµεσα.

• Η ανθεκτικότητα στις αρρώστιες. Αυτή µπορεί να είναι αποτέλεσµα κάποιου µηχανισµού συµπεριφοράς ή φυσιολογίας. Στην πρώτη περίπτωση περιλαµβάνεται η ανθεκτικότητα στην αµερικάνικη σηψιγονία, κατά την οποία οι εργάτριες καταφέρνουν να αποµακρύνουν τις προσβεβληµένες προνύµφες (Rothenbuhler, 1964α, 1964β). Ο ίδιος µηχανισµός φαίνεται να λειτουργεί και στην περίπτωση της ασκοσφαίρωσης (Gilliam και συνεργάτες, 1983).

• Η σµηνουργία. Η συχνή σµηνουργία αποτελεί µειονέκτηµα, καθώς αδυνατίζουν τα µελίσσια.

• Η συλλογή γύρης και πρόπολης. Αν και η συλλογή µεγάλων ποσοτήτων γύρης θεωρείται ευνοϊκή για το µελίσσι, περιορίζει παράλληλα τη συλλογή νέκταρος (Calderone, 1985). Αυτό συµβαίνει επειδή αυξάνεται το ποσοστό των γυρεοσυλλεκτριών και µειώνεται αυτόµατα αυτό των νεκταροσυλλεκτριών. Αναφορικά µε την πρόπολη, εκτός από την περίπτωση που κάνουµε παραγωγή µε σκοπό το κέρδος, αυτή θεωρείται µειονέκτηµα επειδή δυσκολεύει τους χειρισµούς του µελισσοκόµου, ενώ και οι µέλισσες ασχολούνται µε τη συλλογή της αντί να συλλέγουν νέκταρ ή γύρη.

 

 

Σχολή Τεχνολογίας Γεωπονίας

Βιβλιοθήκη ΤΕΙ Κρήτης

Ηλεκτρονικές σημειώσεις

Καθηγητής: Αλυσσανδράκης Ελευθέριος

Το να μοιράζεσαι σημαίνει ότι νοιάζεσαι!